Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αρχαία α' γυμνασίου. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αρχαία α' γυμνασίου. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 14 Μαΐου 2012

Αρχαία Α Γυμνασίου: 14Α (Απόδοση κειμένου στα νέα ελληνικά)


Ένα λιοντάρι κατηγορούσε συχνά τον Προμηθέα, επειδή το έπλασε μεγάλο και όμορφο και πιο ισχυρό από τα υπόλοιπα θηρία˙ «παρόλο που είμαι τέτοιος», έλεγε, «φοβάμαι τον πετεινό». Και ο Προμηθέας τού είπε: «Τι με κατηγορείς μάταια; Γιατί έχεις όλα τα δικά μου (αγαθά), όσα μπορούσα να δημιουργήσω˙ και η ψυχή σου μόνο σε αυτό δειλιάζει.» Θρηνούσε λοιπόν το λιοντάρι τον εαυτό του και τον κατηγορούσε για τη δειλία του και τελικά είχε τη διάθεση να πεθάνει. Κι ενώ βρισκόταν σε αυτή την κατάσταση, συναντάει έναν ελέφαντα και βλέποντάς τον να κουνάει συνεχώς τα αυτιά του, του είπε: «Τι παθαίνεις; Και γιατί επιτέλους δεν μένει ακίνητο ούτε για λίγο το αυτί σου;» Και ο ελέφαντας, καθώς ένα κουνούπι πέταξε συμπτωματικά γύρω του, του είπε: «Βλέπεις αυτό το μικρό, που βουϊζει; Εάν μπει στο αυτί μου, πέθανα.» Και το λιοντάρι είπε: «Γιατί λοιπόν χρειάζεται να πεθάνω πια, αφού είμαι τόσο μεγάλος και πιο τυχερός από τον ελέφαντα, όσο δυνατότερος είναι ο πετεινός από το κουνούπι;» 

Τετάρτη 25 Απριλίου 2012

Αρχαία Ελληνικά Α' Γυμνασίου: Ενότητα 12Α


Ενότητα 12η «Αθήνα και Ατλαντίδα»
Ἐν δὲ δὴ τῇ Ἀτλαντίδι νήσῳ
μεγάλη
       συνέστη
καὶ θαυμαστὴ δύναμις βασιλέων, κρατοῦσα μὲν
          ἁπάσης τῆς νήσου,
          πολλῶν δὲ ἄλλων νήσων
          καὶ μερῶν τῆς ἡπείρου.
Λοιπόν και στη νήσο Ατλαντίδα
συγκροτήθηκε
μεγάλη και άξια απορίας
δύναμη βασιλική,
που επικρατούσε από τη μια σε όλο ανεξαιρέτως το νησί,
και σε πολλά άλλα νησιά και σε τμήματα της ηπειρωτικής γης.
Αὕτη δὲ πᾶσα
         συναθροισθεῖσα εἰς ἓν
ἡ δύναμις
    τόν τε παρ’ ὑμῖν
    καὶ τὸν παρ’ ἡμῖν
    καὶ τὸν ἐντὸς τοῦ στόματος πάντα
                                      τόπον
μιᾷ ποτε
                       ἐπεχείρησεν
ὁρμῇ
                                 δουλοῦσθαι.
Κι όλη αυτή η δύναμη,
αφού συνενώθηκε,

προσπάθησε
        να υποδουλώσει
                   με μια επίθεση
             τον δικό σας τόπο
             και τον δικό μας
             και την περιοχή μέσα από τις
                          Ηράκλειες Στήλες.  
Τότε οὖν
ὑμῶν,
        ὦ Σόλων,
τῆς πόλεως ἡ δύναμις
           εἰς ἅπαντας ἀνθρώπους
                     διαφανὴς [Κ στο Υ]
                       ἀρετῇ τε καὶ ῥώμῃ
                           ἐγένετο˙
Λοιπόν τότε, Σόλωνα,
ξεχώρισε η δύναμη της πόλης σας
σε όλους ανεξαιρέτως τους ανθρώπους (= σε όλη την οικουμένη)
  ως προς τη γενναιότητα
  και το σθένος.
πάντων γὰρ
            προέστη [ενν. Υ ἡ πόλις]
                 εὐψυχίᾳ
                 καὶ τέχναις
                     ὅσαι κατὰ πόλεμον
ἐπὶ τοὺς ἐσχάτους
            ἀφικομένη
κινδύνους, |
καὶ κρατήσασα μὲν
                τῶν ἐπιόντων
τρόπαιον
          ἔστησε,|
τοὺς δὲ μήπω δεδουλωμένους
         διεκώλυσε
            δουλωθῆναι,|
τοὺς δ’ ἄλλους
        ἀφθόνως
ἅπαντας
             ἠλευθέρωσεν.
Γιατί ξεχώρισε από όλες στο θάρρος και στις πολεμικές τέχνες,



αφού διέτρεξε τους έσχατους κινδύνους,
και, αφού νίκησε τους επιδρομείς,
έστησε τρόπαιο,


και εμπόδισε αυτούς που δεν είχαν υποδουλωθεί μέχρι τότε να υποταχθούν,

ενώ τους υπόλοιπους
χωρίς φθόνο
όλους ανεξαιρέτως
τους ελευθέρωσε.
Ὑστέρῳ δὲ χρόνῳ
σεισμῶν ἐξαισίων καὶ κατακλυσμῶν
       γενομένων,
ἡ Ἀτλαντὶς νῆσος
           κατὰ τῆς θαλάττης δῦσα
                  ἠφανίσθη˙
Τα επόμενα χρόνια,
αφού έγιναν πολύ δυνατοί σεισμοί και κατακλυσμοί,
η νήσος Ατλαντίδα
βυθίστηκε στη θάλασσα
και εξαφανίστηκε.
διὸ καὶ νῦν
ἄπορον καὶ ἀδιερεύνητον
                   γέγονεν
τοὐκεῖ πέλαγος.
Γι’αυτό και τώρα
έχει γίνει αδιάβατο και ανεξερεύνητο

το πέλαγος εκεί.

συνίσταμαι: σχηματίζομαι, συγκροτούμαι, διαμορφώνομαι (ἵστημι = στήνω)
θαυμάζω: απορώ
κρατέω, -ῶ: επικρατώ
ἅπας - ἅπασα - ἅπαν: όλος ανεξαιρέτως (α- επιτατικό)
συναθροίζομαι: συγκεντρώνομαι
ἐπιχειρέω, -ῶ: προσπαθώ
ῥώμη, ἡ: δύναμη (βλ. την πόλη Ρώμη, βλ. επίσης ρωμαλέος)
προϊσταμαι: ξεχωρίζω
ἀφικομένη: μτχ. β’ αορ. του ρ. ἁφικνέομαι, -οῦμαι (= φθάνω)
τῶν ἐπιόντων: μτχ. ενεστ. του ρ. ἐπέρχομαι (= επιτίθεμαι)
δουλόομαι, -οῦμαι: υποδουλώνομαι
διακωλύω: παρεμποδίζω
ἀφθόνως: χωρίς φθόνο
ἐλευθερόω, -ῶ: ελευθερώνω
δῦσα: μτχ. β’ αορ. του ρ. δύομαι
ἄπορος, -ον: χωρίς πέρασμα
ἀδιερεύνητος, -ον: που δεν μπορεί να εξερευνηθεί
τοὐκεῖ: τὸ ἐκεῖ (κράση με κορωνίδα)
τοὐκεῖ: επιθ. προσδιορ. στο «πέλαγος»


Αρχαία Ελληνικά Α' Γυμνασίου - 10Α


Ενότητα 10Α «Ο Σωκράτης για τη φιλία»
Απόδοση στα ΝΕ
Αυτό ακούω βέβαια από πολλούς, ότι κατά τη γνώμη τους ένας φίλος γνήσιος και καλός είναι το πιο σημαντικό από όλα τα αποκτήματα˙ όμως οι περισσότεροι φροντίζουν περισσότερο για οτιδήποτε άλλο παρά για την απόκτηση φίλων. Γιατί κιόλας αποκτούν με φροντίδα σπίτια και αγρούς και δούλους και κοπάδια και σκεύη, αλλά δεν φροντίζουν να αποκτήσουν κάποιον φίλο, κάτι που ισχυρίζονται ότι είναι το σημαντικότερο αγαθό. Αν και ποιο άλογο ή ποιο ζευγάρι ζώων είναι τόσο χρήσιμο όπως ακριβώς ο ενάρετος φίλος; Και ποιος δούλος είναι τόσο ευμενής και σταθερός; Ή ποιο απόκτημα είναι τόσο χρήσιμο σε όλα; Γιατί ο καλός φίλος αφιερώνεται στην κάλυψη τψν αναγκών του φίλου του και, αν χρειάζεται  να κάνει καλό (ενν. εκείνος) σε κάποιον, τον ενισχύει βοηθώντας τον, και, αν (ενν. εκείνον) τον ταράζει κάποιος φόβος, τον βοηθά μαζί με άλλους, και, όταν (ενν. εκείνος) ευτυχεί, του προσφέρει πολύ μεγάλη ευχαρίστηση, ενώ, όταν (ενν. εκείνος) δυστυχεί, καταβάλλει πάρα πολλές προσπάθειες να τον στήσει πάλι στα πόδια του. Αλλά όμως μερικοί προσπαθούν από τη μια να καλλιεργήσουν δέντρα για τη συγκομιδή, ενώ το πιο εύφορο απόκτημα, που ονομάζεται φίλος, οι περισσότεροι το φροντίζουν με αργό ρυθμό και με την άνεσή τους.
Λεξιλόγιο [να περαστεί στο Ευρετήριο]
ὡς: ότι (δηλ. όμως υποκειμενική γνώμη)
κράτιστος: υπερθ. βαθμός του ἀγαθός, –ή, -όν = α. γενναίος β. καλός
κτῆμα, τό: απόκτημα (κτάομαι, -ῶμαι = αποκτώ)  
ἐπιμέλομαι (+ γεν.) = φροντίζω
μᾶλλον: συγκρ. βαθμός του μάλα (= πολύ) – μᾶλλον – μάλιστα
μᾶλλον ἤ: περισσότερο από ...
κτῆσις, ἡ: απόκτηση
καὶ γάρ: γιατί κιόλας
ἀνδράποδον, το: δούλος
ὅς - ἥ - ὅ: (αναφ. αντ.) ο οποίος – η οποία – το οποίο
σκεῦος, τό: αγγείο – σκεύος
μέγιστος: υπερθ. βαθμός του επιθ. μέγας – μείζων – μέγιστος
φημί: ισχυρίζομαι
καίτοι: αν και
ζεῦγος, τό: (εδώ) ζευγάρι ζώων
οὕτω(ς) + επίθετο: τόσο
ὥσπερ: όπως ακριβώς
τάττω: ορίζω
εὖ ποιῶ: ωφελώ
εὖ πράττω: ευτυχώ
εὐφραίνω: ευχαριστώ
ἔνιοι, -αι, -α: μερικοί
πειράομαι, -ῶμαι: προσπαθώ
θεραπεύω: καλλιεργώ
καλέομαι, -οῦμαι: ονομάζομαι
ἀνειμένως: με άνεση – χωρίς βιασύνη και σπουδή

*** ΠΡΟΣΟΧΗ:
Αν θέλετε να ψάξετε κάτι σε Αρχαίο Ελληνικό Λεξικό, μπορείτε να βρείτε στο Διαδίκτυο το Λεξικό Liddell & Scott (Greek-English)

    

Τετάρτη 22 Φεβρουαρίου 2012

Άσκηση στη συντακτική αναγνώριση απαρεμφάτου ως αντικειμένου


Ασκήσεις στο απαρέμφατο
1.      Στο παρακάτω κείμενο να αναλύσετε συντακτικά τα υπογραμμισμένα απαρέμφατα:
Ἰατρὸς ἦν ἄτεχνος. Οὗτος ἀρρώστῳ παρακολουθῶν, πάντων ἰατρῶν λεγόντων αὐτῷ μὴ κινδυνεύειν, ἀλλὰ χρονίσειν ἐν τῇ νόσῳ, οὗτος μόνος ἔφη αὐτῷ πάντα τὰ αὑτοῦ ἑτοιμάσαι˙ «τὴν αὔριον γὰρ οὐχ ὑπερβήσῃ (= δεν θα ξεπεράσεις)». Ταῦτα εἰπὼν ὑπεχώρησε. Μετὰ χρόνον δέ τινα ἀναστὰς (= αφού σηκώθηκε) ὁ νοσῶν (= ο ασθενής) προῆλθεν (= βγήκε έξω), ὠχρὸς καὶ μόλις βαίνων (= περπατώντας με δυσκολία). Ὁ δὲ ἰατρὸς ἐκεῖνος συναντήσας αὐτῷ «χαῖρε», ἔφη, «πῶς ἔχουσιν οἱ κάτω;» Κἀκεῖνος εἶπεν: «Ἠρεμοῦσι πιόντες (= αφού ήπιαν) τὸ τῆς λήθης ὕδωρ. Πρὸ ὀλίγου δὲ ὁ Θάνατος καὶ ὁ Ἅιδης δεινὸν ἠπείλουν (= εκτόξευαν φοβερές απειλές) τοὺς ἰατροὺς πάντας, ὅτι τοὺς νοσοῦντας οὐκ ἐῶσιν (= δεν αφήνουν, δεν επιτρέπουν) ἀποθνῄσκειν, καὶ κατεγράφοντο πάντας. Ἔμελλον (= επρόκειτο) δὲ καὶ σὲ γράψαι, ἀλλ’ ἐγὼ προσπεσὼν αὐτοῖς (= αφού έπεσε στα πόδια τους) (...) ἐξωμοσάμην (= ορκίστηκα) μὴ ἀληθῆ ἰατρὸν εἶναί σε, ἀλλὰ μάτην διαβληθῆναι (= συκοφαντήθηκες).
Ὅτι τοὺς ἀπαιδεύτους καὶ ἀμαθεῖς καὶ κομψολόγους ἰατροὺς ὁ παρῶν μῦθος ἐλέγχει καὶ στηλιτεύει.
                                                            (Αισώπου Μύθοι 168)
Δοκιμάστε να αναγνωρίσετε συντακτικά και τους όρους που έχουν κυματοειδή υπογράμμιση. 
2.      Να αναλυθούν συντακτικά τα απαρέμφατα στις παρακάτω προτάσεις:
Ξενοφῶν οὐκ ἠδύνατο καθεύδειν.
Ἡγοῦνται τὰ θεάρεστα πράττειν.
Ὁ πατὴρ ἐπειρᾶτο πείθειν τούτους.
Δαρεῖος ἐβούλετο τοὺς παῖδας ἀμφοτέρους παρεῖναι.
Ὁμολογεῖς περὶ ἐμὲ ἄδικος γεγενῆσθαι.
Ὁ δὲ ἐκέλευσεν αὐτὴν τὸν θυρωρὸν πρότερον ἀφυπνίσαι.
Ἡ ἀλώπηξ παρεκάλει αὐτὸν κατελθεῖν πρὸς ἑαυτήν.

Κλίση ενεργητικής και μέσης φωνής στην οριστική - στο απαρέμφατο - στη μετοχή


ΕΝΕΡΓΗΤΙΚΗ ΦΩΝΗ (ΟΡΙΣΤΙΚΗ – ΑΠΑΡΕΜΦΑΤΟ – ΜΕΤΟΧΗ)

Ενεστώτας
Παρατατικός
Μέλλοντας
Αόριστος
Παρακείμενος
Υπερσυντέλικος
ΟΡΙΣΤΙΚΗ
παιδεύ-ω
παιδεύ-εις
παιδεύ-ει
παιδεύ-ομεν
παιδεύ-ετε
παιδεύ-ουσι(ν)
ἐ-παίδευ-ον
ἐ-παίδευ-ες
ἐ-παίδευ-ε
ἐ-παιδεύ-ομεν
ἐ-παιδεύ-ετε
ἐ-παίδευ-ον
παιδεύσ-ω
παιδεύσ-εις
παιδεύσ-ει
παιδεύσ-ομεν
παιδεύσ-ετε
παιδεύσ-ουσι(ν)
ἐ-παίδευ-σ-α
ἐ-παίδευ-σ-ας
ἐ-παίδευ-σ-ε
ἐ-παιδεύ-σ-αμεν
ἐ-παιδεύ-σ-ατε
ἐ-παίδευ-σ-αν
πε-παίδευ-κ-α
πε-παίδευ-κ-ας
πε-παίδευ-κ-ε
πε-παιδεύ-κ-αμεν
πε-παιδεύ-κ-ατε
πε-παιδεύ-κ-ασι(ν)
ἐ-πε-παιδεύ-κ-ειν
ἐ-πε-παιδεύ-κ-εις
ἐ-πε-παιδεύ-κ-ει
ἐ-πε-παιδεύ-κ-εμεν
ἐ-πε-παιδεύ-κ-ετε
ἐ-πε-παιδεύ-κ-εσαν


[Χειλικόληκτα]
πέμ-ψ-ω


πέπομ-φ-α



[Ουρανικόληκτα]
ταρά-ξ-ω


τετάρα-χ-α



[Οδοντικόληκτα]
πεί-σ-ω


πέπει-κ-α

ΑΠΑΡΕΜΦΑΤΟ
παιδεύ-ειν
-
παιδεύσ-ειν
παιδεῦσ-αι
πεπαιδευκ-έναι
-
ΜΕΤΟΧΗ
παιδεύ-ων
παιδεύ-ουσα
παιδεῦ-ον
-
παιδεύσ-ων
παιδεύσ-ουσα
παιδεῦσ-ον
παιδεύσ-ας
παιδεύσ-ασα
παιδεῦσ-αν
πεπαιδευκ-ώς
πεπαιδευκ-υῖα
πεπαιδευκ-ός
-

ΜΕΣΗ ΦΩΝΗ (ΟΡΙΣΤΙΚΗ – ΑΠΑΡΕΜΦΑΤΟ – ΜΕΤΟΧΗ)

Ενεστώτας
Παρατατικός
Μέλλοντας
Αόριστος
Παρακείμενος
Υπερσυντέλικος
ΟΡΙΣΤΙΚΗ
παιδεύ-ομαι
παιδεύ-ει / ῃ
παιδεύ-εται
παιδευ-όμεθα
παιδεύ-εσθε
παιδεύ-ονται
ἐ-παιδευ-όμην
ἐ-παιδεύ-ου
ἐ-παιδεύ-ετο
ἐ-παιδευ-όμεθα
ἐ-παιδεύ-εσθε
ἐ-παιδεύ-οντο
παιδεύσ-ομαι
παιδεύσ-ει / ῃ
παιδεύσ-εται
παιδευσ-όμεθα
παιδεύσ-εσθε
παιδεύσ-ονται
ἐ-παιδευ-σ-άμην
ἐ-παιδεύ-σ-ω
ἐ-παιδεύ-σ-ατο
ἐ-παιδευ-σ-άμεθα
ἐ-παιδεύ-σ-ασθε
ἐ-παιδεύ-σ-αντο
πε-παίδευ-μαι
πε-παίδευ-σαι
πε-παίδευ-ται
πε-παιδεύ-μεθα
πε-παίδευ-σθε
πε-παίδευ-νται
/πεπαιδευμένοι/αι/α εἰσί(ν)
ἐ-πε-παιδεύ-μην
ἐ-πε-παίδευ-σο
ἐ-πε-παίδευ-το
ἐ-πε-παιδεύ-μεθα
ἐ-πε-παίδευ-σθε
ἐ-πε-παίδευ-ντο
/ πεπαιδευμένοι/αι/α ἦσαν


[Χειλικόληκτα]
πέμ-ψ-ομαι


*



[Ουρανικόληκτα]
ταρά-ξ-ομαι


*



[Οδοντικόληκτα]
πεί-σ-ομαι


*

ΑΠΑΡΕΜΦΑΤΟ
παιδεύ-εσθαι
-
παιδεύσ-εσθαι
παιδεύσ-ασθαι
πεπαιδεῦ-σθαι
-
ΜΕΤΟΧΗ
παιδευόμενος
παιδευομένη
παιδευόμενον

παιδευσόμενος
παιδευσομένη
παιδευσόμενον
παιδευσάμενος
παιδευσαμένη
παιδευσάμενον
πεπαιδευμένος
πεπαιδευμένη
πεπαιδευμένον