Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μύρτις. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μύρτις. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 4 Οκτωβρίου 2011

Τι έτρωγε η Μύρτις και οι άλλοι Αθηναίοι;

(από τη Μαρία Αγγελίδου, μεταφράστρια)
Στη δεκαετία 440 - 430 π.Χ., που έζησε η Μύρτις, η Αθήνα ήταν η πρωτεύουσα της Οικουμένης: μια πόλη με πλούτη, με δύναμη, με λάμψη μεγάλη. Μια πόλη κέντρο εμπορίου και τεχνών, όπου μαζεύονταν φιλόσοφοι και στρατηγοί, ρήτορες και πολιτικοί, εταίρες και μάγειροι. Μάγειροι που έφτασαν τη δική τους τέχνη σε πρωτοφανή ύψη. Γιατί έτυχε και τρία πράγματα υπήρχαν στην Αθήνα, που σ’ άλλη πόλη της εποχής εκείνης δεν υπήρχαν:
1. Σπουδαία αγορά. Άνθρωποι με επιχειρηματικό πνεύμα. Ασκημένοι στο αλισβερίσι. Ο ίδιος ο Περικλής στον περίφημο Επιτάφιό του (Θουκ. Β, 38, μτφρσ. Άγγελου Βλάχου, εκδ. Γαλαξία) λέει: “Η έκταση της κυριαρχίας μας είναι τόσο μεγάλη, ώστε μπορούμε και φέρνομε από την πάσα γη τα πάντα κι έτσι χαιρόμαστε τα ξένα αγαθά όσο και τα δικά μας”.
2. Σπουδαία ψαραγορά. Ψάρια της θάλασσας (κι όχι οποιασδήποτε θάλασσας, αλλά του Αιγαίου, που είναι κατά γενική και αιώνια ομολογία τα νοστιμότερα). Και ψάρια του γλυκού νερού από την Κωπαΐδα. Και καλαμάρια. Και καβούρια και μύδια και στρείδια και αχινοί κι ο τι άλλο βάζει ο νους του ανθρώπου.
3. Όρεξη για γλέντι, αγάπη για τις “χαρές της ζωής”. Τα δείπνα αυτής της πόλης δεν πρόσφεραν μόνο ποικιλία φαγητών, μα και άλλων τέρψεων.
Αλλά ας αφήσουμε τη δίαιτα των Αθηναίων της εποχής εκείνης να μας δώσει τη γεύση της. Ακολουθώντας τις επιταγές της μεσογειακής διατροφής οι Αθηναίοι του Χρυσού Αιώνα βάσιζαν το φαγητό τους σε τρεις άξονες: τα σιτηρά, το λάδι και το κρασί. Το ψωμί αποτελούσε το θεμέλιο της ζωής κάθε νοικοκυριού - ο Όμηρος άλλωστε ονόμαζε ήδη τους ανθρώπους “ψωμοφάγους”. Το ψωμί αποτελούσε και τη βάση της διατροφής των Αθηναίων. Ο Πλάτωνας στην Πολιτεία του συστήνει το ζύμωμα και το ψήσιμο των δημητριακών σε γαλέτες και σε ψωμιά. Το πιο συνηθισμένο ψωμί είναι η “μάζα”. Ο “άρτος”, το σταρένιο ψωμί δηλαδή, ήταν για τις γιορτινές μέρες. Το στάρι ήταν ακριβότερο και οι απλοί άνθρωποι τρέφονταν με κρίθινα καρβέλια και παξιμάδια. Οι Αθηναίοι, μάλιστα, που είχαν και τη φήμη λιτοδίαιτων ανθρώπων σε σύγκριση με τους πιο φαγάδες Βοιωτούς, δεν συνόδευαν συχνά τη “μάζα” τους με όψα δαπανηρά, αλλά με προϊόντα της γης τους - ή της θάλασσάς τους. Τόσο απαραίτητο θεωρούσαν το ψωμί για την καθημερινή τους διατροφή, που ο Αριστοφάνης στον Πλούτο βάζει τον Χρεμύλο απευθυνόμενο στη Φτώχεια (στ. 540-545) να λέει: “σιτείσθαι δ’ αντί μεν άρτων μαλάχης πτόρθους, αντί δε μάζης φυλλεί’ισχνών ραφανίδων” (μτφρσ. Βάρναλη, εκδ. Ζαχαρόπουλου: “για καρβέλι αγριομολόχα, και για κριθαροκουλούρες ραπανόφυλλα, αηδία”).
Όψα, τώρα, ήταν όλες οι τροφές που συνόδευαν το ψωμί. Σ’ αυτά συμπεριλαμβάνονταν κατά κύριο λόγο τα όσπρια, τα χόρτα, τα λαχανικά, οι ελιές, τα φρούτα, το κρέας και τα ψάρια. Κι αν τα απαριθμούμε εδώ τελευταία, τα ψάρια δεν είχαν καθόλου την τελευταία θέση στο τραπέζι των Αθηναίων. Ίσα-ίσα, οι περισσότεροι Αθηναίοι έτρωγαν πιο συχνά ψάρι (και θαλασσινά γενικά) παρά κρέας, που ήταν ακριβό και συχνά έτερπε μόνο τους πλούσιους. Οι φτωχοί της πόλης έτρωγαν κρέας μόνο όταν γίνονταν θυσίες - ενώ οι πιο εύποροι, που μπορούσαν να προμηθεύονται και προϊόντα της υπαίθρου, αγόραζαν πουλερικά, αρνιά, κατσίκια και κυνήγι.Το βοδινό και το μοσχαρίσιο κρέας ήταν μάλλον σπάνια στην Αθήνα, αλλά και στις άλλες πόλεις της κεντρικής και νότιας Ελλάδας. Όσες αναφορές τους υπάρχουν στα κείμενα της κλασσικής γραμματείας, αφορούν πάντα ειδικές περιστάσεις και όχι την καθημερινότητα. Ο Αριστοφάνης στην Ειρήνη (στ. 1280, “ως οι μεν δαίνυντο βοών κρέα και τα τοιαυτί”) βάζει τον Τρυγαίο να αναφέρει “αυτούς που τρώνε βοδινό και τέτοια”, όταν κοροϊδεύει όσους μεγαλοπιάνονται κι απαγγέλλουν επικούς ποιητές. Και φυσικά δεν έτρωγαν μόνο τα ψαχνά, αλλά όλα τα μέρη του ζώου. Τα σπλάχνα, τα έντερα, το μυαλό, τα αμελέτητα, το μεδούλι, ήταν μεζέδες, που τους μοιράζονταν με τους θεούς. Όσο για τα αλλαντικά, τα αγαπούσαν και τα εκτιμούσαν, μη διστάζοντας να τα ακριβοπληρώσουν, όταν ήταν καλά και νόστιμα.
Από τα λάφυρα του κυνηγιού το πιο συνηθισμένο στην Αθήνα ήταν ο λαγός, μιας κι αυτός ήταν το μοναδικό άγριο τετράποδο που μπορούσαν να κυνηγήσουν κοντά στην πόλη. Τον είχαν σε μεγάλη εκτίμηση και στα αγγεία του 6ου και του 5ου αιώνα τον βλέπουμε σε σκηνές ερωτοτροπίας ως δώρο προς το ερώμενο πρόσωπο. Μετά το λαγό σειρά είχαν τα πουλιά, που στην αγορά της πόλης τα πουλούσαν είτε ζωντανά (για κατοικίδια) είτε σκοτωμένα (για μαγείρεμα): τσίχλες, κοτσύφια, σπίνοι, κορυδαλλοί, ψαρόνια, κίσσες, καλιακούδες, κι άλλα. Αλλά είχαν και κατοικίδια πουλερικά, όπως τα ορτύκια, τις νερόκοτες, τις χήνες και τα καπόνια (που όπως λέει ο Αριστοφάνης στους Όρνιθες, στ. 705-707, “Πολλούς δε καλούς απομωμοκο΄τας παίδας προς τέρμασιν ώρας δια την ισχύν την ημετέραν διαμήρισαν άνδρες ερασταί, ο μεν όρτυγα δους ο δε πορφυρίων’ ο δε χήν ο δε περσικόν όρνιν”, ήταν το καλύτερο δώρο που μπορούσε να στείλει ένας άντρας σ’ ένα αγόρι, του οποίου τον έρωτα ήθελε).
Κατοικίδια ήταν και κάποια ζώα τετράποδα, όπως τα γουρούνια και οι κατσίκες και τα αρνιά. Μα αν εξαιρέσουμε το χοιρινό, τ’ άλλα ζώα τα εξέτρεφαν κυρίως για το γάλα και για το τυρί τους. Το βούτυρο δεν το ήξεραν και δεν το συνήθιζαν. Η ίδια η λέξη “βούτυρο” (τυρί βοδιού) δείχνει πόσο ξένο και παράξενο το θεωρούσαν. Το γάλα, όμως, το έπιναν και το έφτιαχναν κρέμες γλυκιές, ενώ έτρωγαν πολύ και κάτι που έμοιαζε με το σημερινό γιαούρτι ή το ξυνόγαλο: το ονόμαζαν πυριάτη και το έτρωγαν με μέλι.
Με το ξακουστό θυμαρίσιο μέλι της Αττικής, δηλαδή. Που ήταν περιζήτητο σ’ όλες τις ελληνικές πόλεις. Οι Αθηναίοι ήταν σπουδαίοι μελισσοκόμοι: ήξεραν πως η γεύση του μελιού εξαρτάται από τα λουλούδια από τα οποία τρέφονται οι μέλισσες. Και το θυμάρι του Υμηττού έδινε το νοστιμότερο μέλι. Στην αγορά της Αθήνας το μέλι το πουλούσαν με τις κηρήθρες και το εμπόριό του ήταν ιδιαίτερα κερδοφόρο, μιας και αποτελούσε το σπουδαιότερο και σχεδόν το μόνο γλυκαντικό της εποχής. Οι εναλλακτικές λύσεις των ξερών χουρμάδων, των ξερών σύκων και του μούστου δεν ήταν τόσο καλές.
Αλλά οι ξηροί καρποί ήταν κυρίως επιδόρπια και τραγήματα, ενώ τα φρέσκα φρούτα σερβίρονταν ως ορεκτικά πριν το φαγητό. Αχλάδια, ρόδια, μήλα, σύκα, και φυσικά σταφύλια οι συμπολίτες του Περικλή και της Μύρτιδας τα ήξεραν και τ’ αγαπούσαν. Ήξεραν επίσης τα κυδώνια, τα δαμάσκηνα, τα καρπούζια και τα πεπόνια, τις γλυκές κολοκύθες και τα μούσμουλα, τα κούμαρα και άλλα. Ανάμεσα στα λαχανικά βασιλιάδες ήταν το κρεμμύδι, το σκόρδο, το πράσο. Ήξεραν, όμως, και τα ραδίκια, τ’ αντίδια, τα σέλινα, τις καυκαλήθρες, τα μαρούλια.
Το ψάρι, όμως, ήταν η κύρια τροφή για τους συμπολίτες του Περικλή και της Μύρτιδας: μια πόλη τριγυρισμένη από παραλίες, όπως η Αθήνα, μάζευε στην αγορά της τα θαλασσινά και τα ψάρια από πολλά κοντινά κέντρα αλιείας. Τόσο πολύ το έτρωγαν το ψάρι, ώστε κατέληξε να είναι συνώνυμο του “όψου” - έτσι έγινε και τους ιχθύες των αρχαίων εμείς οι νεότεροι τους λέμε “ψάρια”.
Ο Flaceliere στον Δημόσιο και Ιδιωτικό Βίο των Αρχαίων Ελλήνων (μτφρσ.Γ.Βανδώρου, εκδ. Παπαδήμα, σελ.209), γράφει: “Η ψαραγορά ήταν ένα από τα πιο γεμάτα από πελάτες και τα πιο γραφικά μέρη της Αγοράς. Μερικά ψάρια πολύ γευστικά που πολύ τα εκτιμούσαν στοίχιζαν πολύ για να είναι στο τραπέζι των φτωχών, λόγου χάρη τα περίφημα χέλια της λίμνης Κωπαΐδας, γιατί οι Αθηναίοι έκαναν σαν τρελλοί για τα ψάρια του γλυκού νερού, καθώς και για ψάρια της θάλασσας όπως ο τόννος. Αγαπούσαν επίσης όλα τα θαλασσινά: κοψύλια και μαλάκια, όπως οι σουπιές και τα καλαμάρια, που αφθονούσαν στις ακτές της Εύβοιας και που αποτελούσαν πηγή πλούτου τόσο σπουδαία για τους ψαράδες της Ερέτριας, που αυτή ως πόλη έβαζε σα διακριτικό της σήμα στα νομίσματά της ένα καλαμάρι”.
Το κρασί, μαζί με τα δημητριακά και το λάδι, ήταν το μέτρο της ευμάρειας στα ελληνικά σπίτια. Ήδη στα ομηρικά έπη αναφέρεται συχνά, όπως και στον Ησίοδο. Και οι Έλληνες το αγαπούσαν και το έπιναν, ανακατεμένο με νερό τις περισσότερες φορές, ή αρωματισμένο με διάφορα μυρωδικά, και τις περισσότερες φορές μετά το φαγητό τους. Το ήξεραν πάντως καλά και διέκριναν τις γεύσεις και τις ποιότητες του κρασιού διαφόρων περιοχών ή ποικιλιών. Την εποχή του Περικλή η Ελλάδα - και ιδιαίτερα η Αθήνα- συμμετείχε στο εμπόριο κρασιού της ανατολικής Μεσογείου κι έκανε τόσο εισαγωγές όσο κι εξαγωγές. Οι κωμωδιογράφοι της Αθήνας μας δίνουν καταλόγους ολόκληρους καλών κρασιών, περιγράφουν γλαφυρά και χρησιμοποιούν έξυπνα τη μέθη στα έργα τους.
Για το λάδι δεν είναι ανάγκη να πούμε πολλά: αρκεί να μην ξεχνάμε οτι βρισκόμαστε στην πόλη που η Αθηνά πήρε δική της μέσα από τα χέρια του Ποσειδώνα προσφέροντας όλο κι όλο ένα δεντράκι: μιαν ελίτσα! Τόσο το λάδι, λοιπόν, όσο κι ο καρπός της ελιάς είχαν την πρώτη θέση στο τραπέζι των Αθηναίων. Το χρησιμοποιούσαν κατά κόρο, ακόμα και στο ζύμωμα του ψωμιού, ενώ συχνά ήταν το μόνο πράγμα που συνόδευε το ψωμί, μιας και δεν είχαν -δεν ήξεραν- το βούτυρο. Αλλά κι ο καρπός του δέντρου ήταν αγαπητός και μάλιστα με διάφορους τρόπους: ελιές ζαρωμένες, άγουρες, ωρισμασμένες πάνω στο δέντρο (δρυπεπείς), σερβιρισμένες σε άλμη, αλλά και τσακιστές κι ανακατεμένες με διάφορες σάλτσες.
Ας τελειώσουμε αυτή τη σύντομη περιήγηση στα φαγητά της Αθήνας του 430-429 με τα γλυκά. Το πιο γνωστό “γλυκό” ήταν ο πλακούς. Υπήρχαν πολλά είδη πλακούντος, μερικά μάλιστα τα πότιζαν με μέλι, όπως γίνεται με ορισμένα γλυκά και σήμερα. Αγαπούσαν ακόμα τις “γαλατόπιτες” και τον “άμυλο”, τον γλυκό τραχανά. Σ’ έναν κόσμο που δεν ήξερε ούτε τη ζάχαρη ούτε τη σοκολάτα η γλύκα είχε σίγουρα πιο στέρεες γήινες γεύσεις απ’ αυτές που έχει για μας.
Ενδεικτική Βιβλιογραφία:
1.Robert Flaceliere, Ο δημόσιος και ιδιωτικός βίος των αρχαίων Ελλήνων, μτφρσ Γερ. Βανδώρος, εκδ. Παπαδήμας 1979
2.Andrew Dalby, Σειρήνεια δείπνα, μτφρσ. Έλενα Πατρικίου, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης 2000
3.Egon Friedell, Πολιτιστική Ιστορία της Αρχαίας Ελλάδας, εκδ. Πορεία 1984, μτφρσ. Δημ. Κούρτοβικ
4.Aristophanis Comoediae, tomus 1, Oxford Classical Texts Αριστοφάνη, Ειρήνη-Πλούτος, μτφρσ. Κ.Βάρναλη, εκδ. Ζαχαρόπουλος
5.Θουκυδίδου Ιστορία, μτφρσ. Άγγ. Βλάχου, εκδ. Γαλαξίαwww.myrtis.gr

Η Μύρτις στην αρχαία Αθήνα

Δευτέρα, 24 Ιανουαρίου 2011 17:26
E-mailΕκτύπωσηPDF
(από την Πένυ Τσακανίκου, αρχαιολόγο)
Γεννήθηκα στην Αθήνα την 13η ημέρα του μηνός Ανθεστηρίωνος (δηλ. τέλη Φλεβάρη - αρχές Μάρτη.), γύρω στα 440 π.Χ. Καθόλου τυχαία μέρα! Οι Αθηναίοι γιόρταζαν τα Ανθεστήρια την μεγάλη γιορτή προς τιμή του Διονύσου και του Χθόνιου Ερμή. Είδα για πρώτη φορά το φώς της ζωής, την τρίτη μέρα των Ανθεστηρίων: την ημέρα των νεκρών και των ετοιμοθάνατων. «Κακό σημάδι» σκέφτηκε η μαμή που με ξεγέννησε, μα κράτησε τη σκέψη αυτή για τον εαυτό της. Οι γονείς μου, για να ξορκίσουν τη γρουσουζιά, με ονόμασαν «Μύρτις»- λουλουδένιο όνομα για το ξεκίνημα μιας ολάνθιστης ζωής, χαρούμενης και ξέγνοιαστης σαν τους ακόλουθους του Βάκχου…
Ήμουν το πρώτο παιδί μιας οικογένειας που τα έφερνε βόλτα με άνεση. Ο πατέρας μου ο Κλεομένης, Αθηναίος πολίτης, ήταν μεταλλουργός και ιδιοκτήτης εργαστηρίου κοντά στις όχθες του Ιλισού. Γύρω στα τριάντα του παντρεύτηκε τη Διώνη, τη μητέρα μου, Αθηναία κόρη πού ήταν τότε μόλις δεκαπέντε ετών. Ο γάμος τους βασίστηκε στη συμφωνία μεταξύ γαμπρού και πεθερού, την «εγγυή» κι έτσι η μάνα μου από το σπίτι του πατέρα της βρέθηκε στο σπίτι του συζύγου, έτοιμη να αναλάβει τα καθήκοντα για τα οποία μια ζωή την προετοίμαζε η δική της μάνα, η γιαγιά Θάλεια.
Η Διώνη ως τα είκοσί της χρόνια είχε αποκτήσει δύο παιδιά, εμένα και τον μικρότερο αδελφό μου τον Νίκανδρο. Ο ερχομός του μικρού έφερε μεγάλη χαρά στην οικογένεια -σίγουρα μεγαλύτερη από τη δική μου γέννηση!-, γιατί έτσι θα διαιωνιζόταν το πατρικό όνομα και θα διασφαλιζόταν η περιούσιά μας. Ακόμη θυμάμαι το κλαδί ελιάς που κρέμασε ο πατέρας στην εξώθυρα, σύμβολο της έλευσης του αρσενικού του τέκνου και το τρικούβερτο γλέντι που έγινε στο σπίτι, όταν ο μικρός έγινε πέντε ημερών.
Μέχρι να γίνει επτά χρονών και να ξεκινήσει την εκπαίδευσή του, ο Νίκανδρος μεγάλωνε μαζί μας στον γυναικωνίτη, στα διαμερίσματα των γυναικών. Εκεί ήταν το κέντρο της καθημερινής ζωής του σπιτιού: η κουζίνα, οι χώροι αποθήκευσης των τροφίμων και των αγαθών, εκεί γνέθαμε το μαλλί στο αδράχτι για να γίνει νήμα, εκεί είχαμε τον αργαλειό και υφαίναμε. Εκεί «βασίλευε» η μάνα μου. Από πολύ νωρίς, με μάθαινε να κάνω όλες τις δουλειές, αφού η δεξιοτεχνία και η ικανότητα μου να κρατάω το νοικοκυριό θα όριζαν τις αρετές μου και θα μου εξασφάλιζαν έναν καλό μελλοντικό γάμο. Και πραγματικά προσπαθούσα να ανταποκριθώ στις απαιτήσεις των γονιών μου και να γίνω άξια αθηναία κόρη, αλλά η αλήθεια είναι ότι ζήλευα τον αδελφό μου. Εκείνος πήγαινε σχολείο, είχε τον παιδαγωγό του, μάθαινε γραφή και ανάγνωση, αριθμητική και μουσική και αθλούνταν καθημερινά. Θα αποκτούσε μόρφωση και παιδεία και θα συμμετείχε επάξια στα κοινά, ως Αθηναίος πολίτης. Βεβαία κι εγώ έμαθα να γράφω και να διαβάζω, από τη μάνα μου δηλ. μου δίδαξε όσα της είχε μάθει η γιαγιά μου. Δεν κυκλοφορούσα συχνά στην πόλη και ποτέ χωρίς συνοδό. Μόνο στις μεγάλες θρησκευτικές γιορτές και στην τέλεση της λατρείας συμμετείχαν ελεύθερα οι γυναίκες.
Το ξέρω ότι όφειλα να μένω στο σπίτι, να ακούω όσο το δυνατόν λιγότερα, να μιλώ όσο το δυνατόν λιγότερο και να μην μπλέκομαι στις συζητήσεις των ανδρών, όμως εγώ ήμουν από τη φύση μου ανήσυχη. Συχνά, τις βραδιές που οργάνωνε ο πατέρας συγκεντρώσεις φίλων του στο σπίτι, «τα συμπόσια», που γίνονταν στον ανδρώνα, στα ανδρικά διαμερίσματα του σπιτιού, κρυφάκουγα τις συζητήσεις τους. Οι γυναίκες φυσικά δεν επιτρεπόταν να συμμετέχουν. Όμως με γοήτευαν οι κουβέντες τους για την πολιτική, πριν ξεκινήσουν τις οινοποσίες. Μιλούσαν συνεχώς για τον Περικλή, τον αθηναίο ηγέτη, τη δημοκρατία, το μεγάλο πρόγραμμα ανοικοδόμησης των Ιερών της Ακρόπολης και την πορεία της Αθηναϊκής Συμμαχίας.
Ζούσαμε σε μια γειτονιά κάτω από την βόρεια κλιτύ της Ακρόπολης και από το παράθυρο του γυναικωνίτη κάθε πρωί χάζευα τις εργασίες που συνεχίζονταν ακόμη στον Ιερό Βράχο, μετά τα μεγαλειώδη εγκαίνια του Παρθενώνα το 438π.Χ. Πλήθος κόσμου ανεβοκατέβαινε καθημερινά: μαρμαροτεχνίτες, λιθοξόοι, ζωγράφοι, γλύπτες, δούλοι και πολλοί πιστοί έτοιμοι να προσφέρουν τα αναθήματα τους στα ιερά. Ένα πολύβοο μελίσσι.
Η εικόνα αυτή ήταν τελείως διαφορετική από αυτήν που μου γεννούσαν οι αφηγήσεις του παππού Νίκανδρου, που είχε πολεμήσει στα Μηδικά, στον πόλεμο κατά των βαρβάρων. Είχε μάλιστα διακριθεί για την ανδρεία του στην ναυμαχία της Σαλαμίνας. Συχνά, τις νύχτες του καλοκαιριού τις περνούσαμε στην μεγάλη κεντρική αυλή, όπου μας διηγιόταν πώς ερήμωσε η Αθήνα λίγο πριν την τελική επίθεση των Περσών, πώς μεταφέρθηκαν τα γυναικόπαιδα την Σαλαμίνα για να σωθούν, και τί αντίκρισαν οι Αθηναίοι όταν επέστρεψαν στην λεηλατημένη τους πόλη: «Να!» μας έλεγε «βλέπετε τους σφονδύλους στο τείχος της Ακρόπολης; Είναι κομμάτια από τα παλαιά Ιερά, για να μας θυμίζουν την νίκη του πολιτισμού και τη δύναμη της σύμπραξης των Ελλήνων!».
Έχω μεγαλώσει αρκετά πια, είμαι γύρω στα δέκα. Το κλίμα στην Αθήνα έχει αλλάξει. Η ατμόσφαιρα είναι ηλεκτρισμένη, ο πατέρας λείπει συνεχώς από το σπίτι. Περνά τον περισσότερο καιρό του στην Αγορά και την Εκκλησία του Δήμου και επιστρέφει πάντα σκεφτικός. Ξεκινά ο πόλεμος. Ήταν το έτος 431π.Χ. «Τι πόλεμος;» ρωτάω τη μάνα μου, «επέστρεψαν οι βάρβαροι;». «Μην ρωτάς!» μου απάντησε. «διαφορετικός πόλεμος αυτή τη φορά, με τους Σπαρτιάτες». «Μα Έλληνες δεν είναι και αυτοί;» αναρωτήθηκα. «Κι αυτά που μας έλεγε ο παππούς Νίκανδρος, για την δύναμη της σύμπραξης των Ελλήνων κατά του κοινού εχθρού;». «Ποιος είναι τώρα ο κοινός εχθρός και ποιοί είναι οι βάρβαροι;»
Ο πόλεμος μαινόταν για τα καλά. H Αθήνα γέμισε κόσμο από τις περιοίκους πόλεις της Αττικής, για να προστατευθούν εντός των τειχών από τις επιθέσεις των Σπαρτιατών. Απέμειναν τα γυναικόπαιδα. Οι άνδρες πολεμούσαν. Για πρώτη φορά, είδα γυναίκες να κυκλοφορούν χωρίς συνοδεία και να δουλεύουν σκληρά σαν άνδρες. Ο πρώτος χρόνος εχθροπραξιών έφερε πολλές απώλειες. Ανάμεσα στους πρώτους νεκρούς και ο αδερφός του πατέρα μου. Στο κοινό σήμα των πεσόντων στον Κεραμικό, ακούσαμε με συγκίνηση τον Περικλή στον επιτάφιο λόγο του, να εξυμνεί την ανδρεία και το μεγαλείο των Αθηναίων, να επικαλείται τις αξίες της δημοκρατίας, να δίνει κουράγιο στους συγγενείς των νεκρών.
«Πάλι δεν καταλαβαίνω: προς τί τόσος πόνος;»
Είμαστε στο 430 π.Χ. Συνωστισμός στην πόλη. Ξεσπά αρρώστια. Αρρωσταίνουν άνθρωποι και ζώα. Πεθαίνουν γρήγορα, μέσα σε μερικές μέρες. Οι υγιείς φοβούνται να πλησιάσουν τους νοσούντες. Πεθαίνουν αβοήθητοι και θάβονται πρόχειρα, χωρίς κτερίσματα και τιμές. Οι γειτονιές αδειάζουν. Καθημερινοί θρήνοι. Απόγνωση. Δυο δούλοι μας αρρώστησαν χθες. Στην αρχή ένιωθαν εξάψεις και ισχυρούς πονοκεφάλους. Μετά πρήστηκε ο λαιμός. Έπειτα πόνος ισχυρός στο στήθος και βήχας δριμύς. Η μάνα δεν με άφηνε να πλησιάσω. «Φυλάξου», μου έλεγε, «φυλάξου».
«Ίσως να ήρθε και η δικιά μου η σειρά… Δεν φοβάμαι… Εξάλλου γεννήθηκα τη μέρα των νεκρών…»
 
Ενδεικτική Βιβλιογραφία:
Davis, W.S. A Day In Old Athens: A Picture Of Athenian Life. New York, 1914.
McNeill, William H. Plagues and People. New York: Anchor Books, 1976.
Pomeroy S. B., Goddesses, Whores, Wives, and Slaves, (New York 1975).
Reeder Ellen D., (Ed) Pandora: Women in classical Greece, Princeton University Press, (Princeton, N. Jersey, 1995).
Τζεδάκις, Γιάννης, (Εκδ) Από τη Μήδεια στη Σαπφώ: Ανυπότακτες γυναίκες στην αρχαία Ελλάδα, ΥΠΠΟ, ΙCOM-Ελληνικό Τμήμα, (Αθήνα, 1995).
Προτεινόμενοι δικτυακοί τόποι:

Μύρτις

«Το όνομά μου είναι Μύρτις, ωστόσο δεν πρόκειται για το αληθινό μου όνομα! Μου το έδωσαν οι αρχαιολόγοι που ανακάλυψαν το 1994-1995 τα οστά μου μαζί με άλλους 150 σκελετούς σε έναν ομαδικό τάφο στην Αθήνα, συγκεκριμένα στην περιοχή του Κεραμεικού.
Μπορεί να μοιάζω κορίτσι του 21ου αιώνα αλλά σας διαβεβαιώνω ότι είμαι ένα εντεκάχρονο παιδί που έζησε και πέθανε στην Αθήνα τον 5ο αιώνα π.Χ.
Πώς, λοιπόν, μπορεί ένα παιδί από την αρχαία Αθήνα να γίνει “Φίλος της Χιλιετίας” των Ηνωμένων Εθνών;
Οι επιστήμονες είναι σίγουροι ότι ήμουν ένα από τα θύματα του λοιμού που έπληξε την Αθήνα στη διάρκεια του Πελοποννησιακού πολέμου, το 430-426 π.Χ. Γνωρίζουν, επίσης, ότι αιτία του θανάτου μου ήταν ο τυφοειδής πυρετός: η αρρώστια που σκότωσε τον Αθηναίο πολιτικό, Περικλή, και περίπου το ένα τρίτο όλων των κατοίκων της πόλης εκείνη την εποχή. Λένε, επίσης, πως η επιδημία συνέβαλε στην τελική ήττα της Αθήνας από την Σπάρτη κατά τον Πελοποννησιακό Πόλεμο.
Το κρανίο μου βρέθηκε σε ασυνήθιστα καλή κατάσταση και αυτό ενέπνευσε τον καθηγητή Ορθοδοντικής του Πανεπιστημίου Αθηνών, Μανώλη Ι. Παπαγρηγοράκη, να ξεκινήσει, σε συνεργασία με ειδικούς επιστήμονες, την ανάπλαση του προσώπου μου. Να ’μαι, λοιπόν! Μπορείτε να δείτε το αποτέλεσμα των προσπαθειών τους στη φωτογραφία μου: είμαι σχεδόν όπως την ημέρα που πέθανα.
Ο καθηγητής Μανώλης Ι. Παπαγρηγοράκης πίστευε ότι η “αναβίωσή” μου δεν θα έπρεπε να είναι μόνο μια ευκαιρία για να δει ο κόσμος το πρόσωπο ενός κοριτσιού που έπαιζε στoυς πρόποδες της Ακρόπολης όταν οι Αθηναίοι δημιουργούσαν τον Παρθενώνα, αλλά ήθελε επίσης η “επιστροφή” μου να στείλει ένα ηχηρό μήνυμα στον κόσμο και στους ηγέτες του.
Ο θάνατός μου ήταν αναπόφευκτος. Τον 5ο αιώνα π.Χ. δεν είχαμε ούτε τη γνώση ούτε τα μέσα για την καταπολέμηση θανατηφόρων ασθενειών. Όμως εσείς, οι άνθρωποι του 21ου αιώνα, δεν έχετε καμία δικαιολογία. Διαθέτετε όλα τα απαραίτητα μέσα και πόρους για να σώσετε τις ζωές εκατομμυρίων ανθρώπων, εκατομμυρίων παιδιών που όπως εγώ πεθαίνουν από αρρώστιες οι οποίες μπορούν να προληφθούν και να θεραπευτούν.
2.500 χρόνια μετά το θάνατό μου, ελπίζω ότι το μήνυμά μου θα επηρεάσει και θα εμπνεύσει περισσότερους ανθρώπους να εργαστούν και να κάνουν πραγματικότητα τους “Στόχους της Χιλιετίας της Ανάπτυξης”. Ακούστε με! Ξέρω τι λέω. Μην ξεχνάτε ότι είμαι πολύ μεγαλύτερη και ως εκ τούτου πιο σοφή από εσάς.»
Η Μύρτις είναι το κεντρικό πρόσωπο της έκθεσης «Μύρτις: Πρόσωπο με πρόσωπο με το παρελθόν», η οποία έχει ξεκινήσει μια προγραμματισμένη περιοδεία στην Ελλάδα και σε πόλεις του εξωτερικού.
Ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας εκτιμά ότι τα κρούσματα του τυφοειδούς πυρετού παγκοσμίως κυμαίνονται μεταξύ 16 και 33 εκατομμυρίων ετησίως, με 500.000 έως 700.000 θανάτους. Σχεδόν εννέα εκατομμύρια παιδιά κάτω των πέντε ετών πεθαίνουν κάθε χρόνο από ασθένειες που μπορούν να προληφθούν και να θεραπευτούν.www.myrtis.gr