Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα άρθρο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα άρθρο. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 11 Οκτωβρίου 2011

Λεξιλόγιο και Γραμματική 4ης ενότητας (ΑΕ Α' Γυμνασίου)



Λεξιλόγιο [η φωνή]


-τος → αυτός που μπορεί να…
-τεος → αυτός που πρέπει να…
π.χ. διδακτός = αυτός που μπορεί να διδαχθεί
διδακτέος = αυτός που πρέπει να διδαχθεί

αντιφώνηση, η: απάντηση σε προηγούμενη προσφώνηση, συνήθως επίσημη (συν. αντιχαιρετισμός)

αντίφωνα, τα: οι στίχοι που ψάλλονται από τους δύο χορούς κατ΄ ανταπόκριση, ιδ. στη Θεία Λειτουργία πριν από την Είσοδο του Ευαγγελίου

εὔφωνος: αυτός που έχει καλή φωνή (εὖ: καλά)

μικρόφωνο, το: η συσκευή που μετατρέπει την ηχητική ενέργεια σε ηλεκτρική, ενισχύει την ένταση των ηχητικών κυμάτων και αποτελεί βασικό εξάρτημα των σύγχρονων συστημάτων εγγραφής και αναπαραγωγής  του ήχου (ελληνογενής ξεν. όρ., άσχετο προς το ΑΕ μικρόφωνος: αυτός που έχει ασθενική φωνή, από τα τέλη του 19ου αι.)

μεγάφωνο, το: συσκευή που ενισχύει την ένταση των ηχητικών κυμάτων με τη βοήθεια του ηλεκτρισμού, έτσι ώστε ο ήχος να ακούγεται δυνατότερα (αντιδάνειο, βλ. αγγλ. megaphone)

φώνημα, το: φθόγγος που διαφοροποιεί τη σημασία της λέξης σε ένα κοινό φθογγολογικό περιβάλλον, π.χ. τόνος – μόνος – πόνος κοκ.

ευφωνία ≠ κακοφωνία

πολύφωνος: αυτός που βγάζει πολλές διαφορετικές φωνές –

πολυφωνία, η: (κατ΄ επέκταση) η ύπαρξη πολλών διαφορετικών απόψεων (συν. πλουλαρισμός, βλ. και επίθ. πολυφωνικός)

φωνογράφος, ο: συσκευή για την εγγραφή σε δίσκο και την αναπαραγωγή των διάφορων ήχων, παρωχημένης σήμερα τεχνολογίας (συν. γραμμόφωνο)

φωνοληψία, η: ηχοληψία, το σύνολο  των διαδικασιών με τις οποίες επιτυγχάνεται η λήψη και αποτύπωση των διάφορων ήχων με ηλεκτροακουστικά μέσα – το αποτέλεσμα αυτών των διαδικασιών, π.χ. η ταινία είχε πολύ άσχημη φωνοληψία (< λαμβάνω: παίρνω)



Άρθρο


*** Στα ΑΕ υπάρχει μόνο το οριστικό άρθρο. Αυτό σημαίνει ότι, όταν θέλουν να μιλήσουν αόριστα, χρησιμοποιούν είτε το ουσιαστικό μόνο του είτε συνοδεύοντάς το με την αόριστη αντωνυμία.

Π.χ. Ἔλαφος (χωρίς άρθρο) εὐμεγέθης παραγίνεται ἐπί τινα πηγήν (με την αόριστη αντωνυμία τις – τι = κάποιος - κάποιο) = ένα ελάφι φθάνει σε κάποια πηγή

*** Το οριστικό άρθρο, όπου δεν αρχίζει από τ-, δασύνεται, π.χ. ὁ, ἡ κοκ.

*** Το άρθρο δεν έχει κλητική –στην κλητική των ονομάτων χρησιμοποιούμε το «ὦ», που είναι κλητική προσφώνηση.

Αρσενικό
Θηλυκό
Ουδέτερο
ὁ
τοῦ
τῷ
τόν
ἡ
τῆς
τῇ
τήν
τό
τοῦ
τῷ
τό
οἱ
τῶν
τοῖς
τούς
αἱ
τῶν
ταῖς
τάς
τά
τῶν
τοῖς
τά

ΠΡΟΣΟΧΗ:

*** Στα ουδέτερα πτωτικά ονομ. = αιτ. = κλ.

*** Στα ουδέτερα η γεν. και η δοτ. σχηματίζονται σύμφωνα με τη γεν. και τη δοτ. των αρσενικών.

Β’ Κλίση Ουσιαστικών

Αρσενικό
Θηλυκό
Ουδέτερο
ΕΝΙΚΟΣ ΑΡΙΘΜΟΣ
ΟΝΟΜ. ὁ ἄνθρωπ-ος
ΓΕΝ.      τοῦ ἀνθρώπ-ου
ΔΟΤ.      τῷ ἀνθρώπ-ῳ
ΑΙΤ.       τόν ἄνθρωπ-ον
ΚΛΗΤ.   ὦ ἄνθρωπ-ε
ἡ νῆσ-ος
τῆς 
τῇ
τήν
ὦ
τό δῶρ-ον
τοῦ
τῷ
τό
ὦ
ΠΛΗΘΥΝΤΙΚΟΣ ΑΡΙΘΜΟΣ
ΟΝΟΜ. οἱ ἄνθρωπ-οι
ΓΕΝ.      τῶν ἀνθρώπ-ων
ΔΟΤ.     τοῖς ἀνθρώπ-οις
ΑΙΤ.      τούς ἀνθρώπ-ους
ΚΛΗΤ.  ὦ ἄνθρωπ-οι
αἱ
τῶν
ταῖς
τάς
ὦ
τά
τῶν
τοῖς
τά
ὦ



Άσκηση: Να κλιθούν τα ουσιαστικά:  ἡ ὁδός, τὸ ἰατρεῖον.

Παρασκευή 22 Απριλίου 2011

Περί φιλοπατρίας (Άρθρο στην εφ. "Το Βήμα" 3/4/2011)

Το πράγμα ξεκίνησε από μια απρέπεια, που επιβεβαιώνει όμως το αμφίβολο ρητό που λέει: ουδέν κακόν αμιγές καλού, και αντιστρόφως. Ιδού το ιστορικό της υπόθεσης, σύντομα και χωρίς ονόματα. Περασμένη Τετάρτη (23 Μαρτίου), δέχομαι επώνυμο τηλεφώνημα από επώνυμο ραδιοφωνικό σταθμό, με την παράκληση να πάρω μέρος σε προγραμματισμένη για το πρωινό της επαύριον εκπομπή με θέμα την πατριωτική ποίηση. Αρνούμαι καταρχήν (δηλώνοντας τυπική και ουσιαστική αναρμοδιότητα) αλλά τελικώς υπό πίεση ενδίδω. Περνώ τη νύχτα ψάχνοντας σχετικό υλικό, και την άλλη μέρα αναμένω το συμφωνημένο τηλεφώνημα στη συμφωνημένη ώρα. Αμ δε: άκρα του τάφου σιωπή, που λέει ο εθνικός μας ποιητής. Οπότε, εντός φρενών, για να μην πάει ο μεσονύχτιος κόπος μου ολότελα χαμένος, αποφάσισα να μεταφέρω εδώ κάποιες φιλοπάτριδες σημειώσεις που είχα ήδη καταγράψει. Και νά το νευρικό αποτέλεσμα της αστόχαστης αυτής απόφασης, αποτυπωμένο σε κάποιες, αφελείς μάλλον, απορίες. Οπως: τι πάει να πει «πατριωτική ποίηση»; πότε εμφανίστηκε, πού και πώς εφαρμόστηκε; ποια είναι τα σημαίνοντα και τα σημαινόμενα χαρακτηριστικά της; διατίθενται ποιητές που την εκπροσωπούν αυθεντικά, και άλλοι που την εκμεταλλεύονται; Κι ακόμη (μένοντας στον δικό μας χώρο και χρόνο: τον νεοελληνικό), μπορούμε να διακρίνουμε περιόδους έξαρσης και ύφεσης του ποιητικού αυτού είδους; Αυτά κι άλλα παρόμοια· ίσως σχολαστικά.


Σοβαρή πάντως απόκριση στα προηγούμενα ερωτήματα απαιτεί μάλλον συστηματική έρευνα, σε μορφή ίσως διατριβής, που ενδέχεται να υπάρχει, αλλά εγώ την αγνοώ. Ψάχνοντας ωστόσο αρμόδια Λεξικά και Γραμματολογίες, δεν βρήκα καν τον επίμαχο όρο. Αναρωτήθηκα μήπως πρόκειται για επετειακό ή και σχολικό εφεύρημα. Και μ΄ όλα ταύτα επιμένω.

Σκέφτομαι πως η πατριωτική ποίηση, αν όντως υπάρχει ως αυτόνομο είδος, προέκυψε ως ποιητικό παρεπόμενο εξεγερμένης φιλοπατρίας, υπό τον όρο ότι ορίζεται ακριβέστερα η έννοια πατρίς. Λέξη αρχαία που εμφανίζεται συχνά στον Ομηρο: ως πάτρη εντοπίζεται ήδη στο (πασίγνωστο και παρεξηγημένο) πρόταγμα του Εκτορα εις οιωνός άριστος αμύνεσθαι περί πάτρης, το οποίο προβάλλεται ως βίαιος αντίλογος στη συντηρητική φρόνηση του Πανδάρου ( Ιλιάς Μ 243). Συνηθέστερος ωστόσο είναι στα ομηρικά έπη ο τύπος πατρίς: είτε ως επίθετο των συνώνυμων ουσιαστικών γη,αία,άρουρα είτε ως ουσιαστικό προς δήλωση της γενέθλιας καταγωγής.

Αμιγώς πατριωτική ποίηση ωστόσο δύσκολα αναγνωρίζεται στην αρχαϊκή και στην κλασική εποχή, αν εξαιρεθούν οι πολεμικές ελεγείες του Εφέσιου Καλλίνου και του Σπαρτιάτη Τυρταίου. Πάντως η Ιλιάδα δεν είναι, με τα σημερινά μέτρα, πατριωτικό ποίημα· ούτε όμως και η Οδύσσεια, παρά τη νοσταλγική περιπάθεια του Οδυσσέα για τη γενέθλια Ιθάκη. Το ίδιο ισχύει ασφαλώς και για τους Πέρσες του Αισχύλου. Αλλά το θέμα θέλει προσεχτικότερη ανασκαφή στα σωζόμενα κείμενα, αν είναι να αποφύγουμε (σκόπιμες ή άσκοπες) υπερβολές. Για να μην παρεξηγηθώ: η πιθανή έλλειψη αυτόνομης πατριωτικής ποίησης στην πρώιμη και κλασική αρχαιότητα δεν σημαίνει καθόλου έλλειμμα ουσιαστικής φιλοπατρίας.

Περνώντας τώρα απότομα από την αρχαιολογία στη νεολογία, εντοπίζεται άνετα ο οίστρος πατριωτικού ποιητικού λόγου, σε συνάφεια με τη διέγερση της εθνικής συνείδησης, που φουντώνει στο γύρισμα από τον δέκατο όγδοο στον δέκατο ένατο αιώνα, συνδυασμένη με τα απελευθερωτικά κινήματα στον τόπο μας, στην Ευρώπη, στην Αμερική και αλλού. Με τους όρους αυτούς, θα πρότεινα η όποια πατριωτική ποίηση να θεωρηθεί μέρος (κάποτε και πυρήνας) εθνεγερτικού λόγου, που υπερβαίνει κάποτε τα όρια της ποίησης. Αποδεικτικό παράδειγμα στα καθ΄ ημάς ο Θούριος του Ρήγα, που ανακλά τη γενικότερη επαναστατική και απελευθερωτική του δράση και ιδεολογία. Ετσι άνοιξε καθαρά και ξάστερα ο δρόμος για τη σύμμειξη εθνικού και πατριωτικού λόγου, που ευνόησε την αναζήτηση και την καθιέρωση εθνικού ποιητή. Η καλή τύχη το έφερε ώστε να συμπέσουν στην αφετηρία αυτού του δρόμου δύο, ασύμπτωτοι άλλως πως, μείζονες ποιητές μας: ο Σολωμός και ο Κάλβος. Οι οποίοι καθόρισαν, καθένας με τον τρόπο του, τους όρους και τα όρια της πατριωτικής ποίησης στο εσωτερικό του εθνικού ποιητικού λόγου. Στην κρίσιμη αυτή καμπή διασταυρώθηκαν δύο παραπληρωματικές (συγκλίνουσες και συνάμα αποκλίνουσες) τροχιές γλώσσας, ρυθμού, ύφους, ακόμη και ήθους του ποιητικού μας λόγου.

Επιμένοντας στο πατριωτικό μερίδιο των δύο ποιητών, οφείλει κανείς να διακρίνει σημαντικές διαφορές και ομοιότητες και στο κεφάλαιο αυτό μεταξύ Σολωμού και Κάλβου. Ζητούμενο που φαίνεται να έχει ακόμη περιθώριο συμπληρωματικής συζήτησης.

Τρίτη 12 Απριλίου 2011

Συνοπτική παρουσίαση του γλωσσικού ζητήματος (με έμφαση στον Ψυχάρη): www.e-alexandria.gr/

Το γλωσσικό ζήτημα και ο ρόλος του Ψυχάρη
Ο όρος κοινωνική διγλωσσία χρησιμοποιείται στα ελληνικά αντί του αγγλικού όρου diglossia, τον οποίο εισήγαγε ο Charles Ferguson[1], για να χαρακτηρίσει το κοινωνιογλωσσικό φαινόμενο, σύμφωνα με το οποίο σε ορισμένες γλωσσικές κοινότητες χρησιμοποιούνται παράλληλα δύο σημαντικά διαφοροποιημένες ποικιλίες μιας γλώσσας, η καθεμία με το δικό της όνομα (γεγονός που αποδεικνύει ότι οι ομιλητές τις αντιλαμβάνονται ως διαφορετικά συστήματα), με απόλυτα καθορισμένες κοινωνικές λειτουργίες η καθεμία. Η λεγόμενη «υψηλή» («ανώτερη» ή υψηλού κύρους ποικιλία) χρησιμοποιείται σε όλες τις επίσημες και τις δημόσιες περιστάσεις επικοινωνίας, ενώ η «χαμηλή» («κατώτερη» ή χαμηλού κύρους ποικιλία) χρησιμοποιείται στην ιδιωτική ζωή των ομιλητών. Οι δύο ποικιλίες διαφέρουν ως προς το λειτουργικό τους ρόλο και εξυπηρετούν διαφορετικές επικοινωνιακές ανάγκες: οι σημαντικότερες πολιτικές και κοινωνικές λειτουργίες είναι συνδεδεμένες με την υψηλή ποικιλία, γεγονός που της αποδίδει σημαντικό κοινωνικό γόητρο. Μάλιστα μερικές φορές η κοινωνική καταξίωση της υψηλής ποικιλίας είναι τόσο μεγάλη, ώστε μερικοί ομιλητές φτάνουν στο σημείο να αρνούνται ακόμα και την ύπαρξη της χαμηλής ποικιλίας. Γενικότερα σε περιπτώσεις κοινωνικής διγλωσσίας επικρατεί η αντίληψη ότι η υψηλή ποικιλία είναι πιο «όμορφη», πιο «δομημένη», ικανότερη να εκφράσει συνθετότερα νοήματα, σε σύγκριση με τη χαμηλή ποικιλία που θεωρείται ότι έχει περιορισμένη εκφραστική ικανότητα. Η λανθασμένη αυτή άποψη, που είναι συνήθως διαδεδομένη σε ανθρώπους που δεν κατέχουν σε ικανοποιητικό βαθμό την υψηλή ποικιλία, σχετίζεται με τα στερεότυπα υποτίμησης που «συνοδεύουν» πάντα τις χαμηλές ποικιλίες και με την αρκετά αναπτυγμένη λογοτεχνική παράδοση (γραμμένη τις περισσότερες φορές στην υψηλή ποικιλία) που ανεβάζει ακόμα περισσότερο το κύρος της υπερκείμενης ποικιλίας.

Ήδη από την ελληνιστική περίοδο, εμφανίζονται οι προϋποθέσεις που επιτρέπουν την ανάπτυξη κοινωνικής διγλωσσίας στην ελληνική γλώσσα. Οι κατακτήσεις του Μ. Αλεξάνδρου, ο εξελληνισμός άλλων λαών, οι συχνές μετακινήσεις πληθυσμών και η αλλαγή των κοινωνικοπολιτικών συγκυριών (η αντικατάσταση της πόλης – κράτους από τα αχανή ελληνιστικά κράτη), επηρέασαν σημαντικά τις αρχαίες ελληνικές διαλέκτους. Αποτέλεσμα όλων αυτών υπήρξε η εμφάνιση της Κοινής, μιας απλοποιημένης μορφής της αττικής, κυρίως, διαλέκτου, που αρχίζει να γίνεται η επίσημη προφορική και γραπτή γλώσσα σε όλη την Ελλάδα αλλά και στις ελληνιστικές επαρχίες. Η απλοποίηση όμως αυτή και η παρακμή της λογοτεχνικής παραγωγής οδήγησε από αντίδραση τους κλασικούς φιλολόγους της εποχής σε άκριτη μίμηση του ύφους των Αθηναίων ρητόρων του 5ου αιώνα και στη συνέχεια της παλαιότερης επικής ποίησης. Το κίνημα του αττικισμού απέδωσε την γενικότερη λογοτεχνική παρακμή στην αλλαγή της γλώσσας και πίστεψε πως η επιστροφή στην «ανώτερη» γλώσσα της κλασικής περιόδου ήταν η λύση του προβλήματος. Η ίδια κατάσταση διατηρήθηκε στη ρωμαϊκή και τη βυζαντινή περίοδο. Η προφορική φυσική γλώσσα του λαού θεωρούνταν κατώτερη για να εκφράσει ολοκληρωμένα και σοβαρά νοήματα και η επίσημη γλώσσα του κράτους ήταν στην πρώτη περίοδο τα Λατινικά και στη δεύτερη μια εξαρχαϊσμένη ελληνική που έτεινε στα κλασσικά πρότυπα του 5ου αιώνα π.Χ. Η υποδούλωση της βυζαντινής αυτοκρατορίας στους Τούρκους διατήρησε, θα μπορούσαμε να πούμε, τη διάκριση προφορικού - γραπτού λόγου. Το μεγάλο ποσοστό αναλφαβητισμού μεγάλωσε ακόμα περισσότερο το χάσμα ανάμεσα στη ζωντανή γλώσσα του λαού και στη γραπτή αρχαιοπρεπή γλώσσα των Φαναριωτών και του ανώτερου κλήρου. Και, ενώ το φαινόμενο της διγλωσσίας αρχίζει να ξεπερνιέται στις ελληνικές περιοχές που δεν γνώρισαν τουρκική κατάκτηση[2], στην κυρίως Ελλάδα η κατάσταση παραμένει σταθερή.

Λίγα χρόνια πριν την επανάσταση του 1821 έχουν διαμορφωθεί οι δύο βασικές «τάσεις» όσον αφορά το γλωσσικό ζήτημα: από τη μια πλευρά βρίσκουμε τους προοδευτικούς διανοούμενους που στηρίζονται (οικονομικά και ηθικά) από την ακμάζουσα αστική τάξη και υποστηρίζουν τη χρήση της απλής γλώσσας του λαού, ενώ αντίπαλοί τους τίθενται οι συντηρητικοί διανοούμενοι, ο κύκλος των Φαναριωτών και το Πατριαρχείο. Η αιτία που έφερε ξανά στην επιφάνεια τη σύγκρουση «ανώτερης» και «κατώτερης» ποικιλίας ήταν η επίμονη αναζήτηση ενός ενιαίου γλωσσικού οργάνου, προκειμένου να συγκροτηθεί μια εθνική παιδεία (που θα οδηγούσε στην απελευθέρωση του έθνους από τους Τούρκους) καθώς και η συστηματική καλλιέργεια και προβολή της ομιλούμενης γλώσσας από νέες κοινωνικές δυνάμεις, οι οποίες επιχειρούσαν να διαχειριστούν με νέους όρους και με νέα γλώσσα τα ζητήματα αγωγής και αυτογνωσίας του έθνους. Με την ίδρυση του ελληνικού κράτους (1830), οι ιδέες του Διαφωτισμού υποχώρησαν, αφού πλέον οι προβληματισμοί της ελληνικής κοινωνίας στρέφονται γύρω από την πολιτική και τη διοικητική συγκρότηση. Αυτό που προέχει στη συγκεκριμένη περίοδο είναι η υιοθέτηση ενός γλωσσικού προτύπου που θα χρησιμοποιείται στα σχολεία του νεοσύστατου κράτους, καθώς και η απόδειξη της αδιάσπαστης συνέχειας του ελληνικού έθνους παρά τους τέσσερις αιώνες της τουρκικής κατάκτησης. Οι ιδέες του Fallmerayer και η όλη αντιμετώπιση των ξένων δυνάμεων προς το νεοσύστατο ελληνικό κράτος ήταν φυσικό να ενισχύσει το αίσθημα μειονεξίας που είχαν οι Έλληνες μορφωμένοι απέναντι στην αρχαία Ελλάδα και στην αρχαία Ελληνική γλώσσα. Ήταν λοιπόν επιτακτική η ανάγκη να «αποδειχθεί» η ιστορική συνέχεια της ελληνικής φυλής, και φυσικά η υιοθέτηση μιας γλωσσικής μορφής που έμοιαζε πολύ στην αρχαία ελληνική θεωρήθηκε η «μέγιστη απόδειξη» συγγένειας με την αρχαία Ελλάδα. Οι Έλληνες λόγιοι της εποχής, εγκλωβισμένοι σε ένα στατικό μοντέλο θεώρησης της ιστορίας, πίστεψαν πως ό,τι εξελίσσεται δεν είναι γνήσιο και προσπάθησαν με κάθε τρόπο να δείξουν σημεία ταύτισης με τους αρχαίους. Αυτό όμως οδήγησε στην αντίληψη πως και η γλώσσα δεν θα έπρεπε να αλλάξει από την αρχαιότητα. Έπρεπε λοιπόν να ξαναγίνει η γλώσσα αρχαία, να «καθαριστεί» από ξένες επιδράσεις και από οποιεσδήποτε αλλαγές. Αυτό ακριβώς δηλώνει και ο όρος «καθαρεύουσα». Η «καθαρή» γλώσσα θα ήταν η απόδειξη προς τους ευρωπαίους για την «καθαρότητα» του ελληνικού έθνους.

Στα 1888 τοποθετείται το σημείο εκκίνησης για τη δημιουργία του δημοτικιστικού κινήματος. Σταθμός στην εξέλιξη του γλωσσικού ζητήματος και στη γενικότερη πνευματική ζωή του τόπου απετέλεσε το έργο του Ψυχάρη Το ταξίδι μου, το οποίο χαρακτηρίστηκε μανιφέστο του δημοτικισμού. Ο Ψυχάρης, καθηγητής της Γλωσσολογίας στη Σχολή των Ζωντανών Ανατολικών Γλωσσών στο Παρίσι, σε αυτό το έργο κηρύσσει την ανάγκη να στραφεί ο νέος ελληνισμός στη μόνη αληθινή γλωσσική πηγή του, τη λαϊκή γλώσσα και να εγκαταλείψει την καθαρεύουσα. Ο Ψυχάρης ήταν ο πρώτος μετά τον Σολωμό που κήρυσσε με τόση θέρμη αλλά και επιστημονικά επιχειρήματα την καθιέρωση της γλώσσας που μιλάει ο λαός. Ξεκινάει από την αρχή ότι η γλώσσα είναι υπόθεση όλων και όχι μόνο των γραμματισμένων. Σκοπός του γλωσσικού του προγράμματος είναι να προκόψει, να μεγαλώσει το έθνος. Γι’ αυτό πιστεύει ότι πρέπει να καθιερωθεί η δημοτική ως γραπτή γλώσσα του έθνους και να γραφεί με απόλυτη γραμματική ομοιομορφία. Για να πλουτιστεί το λεξιλόγιο της δημοτικής, θα δανειστεί λέξεις και από την αρχαία[3] και από την καθαρεύουσα, αλλά όλες θα προσαρμοστούν, και στη φωνητική μορφή και στην κλίση τους, στη γραμματική της δημοτικής. Έτσι ο Ψυχάρης έγραψε πλεροφορώ (αντί πληροφορώ), βνωμοσύνη (αντί ευγνωμοσύνη), αφιθέατρο (αντί αμφιθέατρο), συγραφιάδες (αντί συγγραφείς), ακροατάδες (αντί ακροατές), ύποφτος (αντί ύποπτος), διεύτυση (αντί διεύθυνση), μικροσκόπι (αντί μικροσκόπιο), βιβλιοπουλείο (αντί βιβλιοπωλείο), νεκροθαφείο (αντί νεκροταφείο) , τω γραμμάτωνε και των τεχνώνε (αντί των γραμμάτων και των τεχνών) κλπ.

Με τον Ψυχάρη οι ατομικές φωνές υπέρ της δημοτικής θα γίνουν συλλογικό κίνημα. Τονίζει επανειλημμένα την ανεπάρκεια της ατομικής φωνής, την ανάγκη συλλογικής δράσης και της συνθηματοποίησης των αιτημάτων. Γνωρίζει ότι το έργο του θα συναντήσει αντιδράσεις και σε ένα βαθμό η απολυτότητα των απόψεών του[4] οφείλεται στο ότι θέλει με το κήρυγμά του να ταράξει τα «λιμνάζοντα νερά» της πνευματικής ζωής του τόπου. («Όλοι μας ένα» γράφει στο Ταξίδι και αμέσως μετά, το γνωστό «θέλω δόξα και γροθιές»). Με αφορμή τη δημοσίευση αυτού του έργου του Ψυχάρη θα ξεκινήσει μια πολεμική, που θα φτάσει σε σημείο να εκφράσει μια γενικότερη κοινωνική σύγκρουση μεταξύ δύο διαφορετικών εθνικών ιδεολογιών, μεταξύ διαφορετικών αντιλήψεων για τη σχέση της γλώσσας με το έθνος. Αυτό που πρέπει να τονιστεί είναι η ταύτιση της καθαρεύουσας και της αρχαίας γλώσσας με το «υψηλό» ύφος, η αυτόματη υποτίμηση της φυσικής γλώσσας, καθώς και οι κατηγορίες εναντίον των δημοτικιστών που θεωρούνται «υπαίτιοι» για τη «διαφθορά της ελληνικής γλώσσας και παιδείας».[5] Κάθε φορά που το δημοτικιστικό κίνημα προσπάθησε να δείξει ότι η είσοδος της δημοτικής στην εκπαίδευση απηχεί μια γενικότερη προσπάθεια αλλαγής του κοινωνικοπολιτικού status quo, η απάντηση των υποστηρικτών της καθαρεύουσας ήταν η κινδυνολογία για την τύχη της ελληνικής και η προσπάθειά τους να επιβάλλουν έναν «ανώτερο» γλωσσικό κώδικα που θα «προστατεύσει» το έθνος και τη γλώσσα από την «φθορά» που το απειλεί. Όπως αναφέρει χαρακτηριστικά και η Frangoudaki[6] «η χρήση της καθαρεύουσας συνειρμικά δήλωνε αποδοχή των ιεραρχιών, σεβασμό των παραδοσιακών αξιών, αντίσταση στην κοινωνική εξέλιξη και στήριξη της δεδομένης κοινωνικοπολιτικής τάξης». Το γλωσσικό κήρυγμα του Ψυχάρη αποτελεί ορόσημο για την πορεία του γλωσσικού μας ζητήματος, γιατί από τότε γίνεται συνείδηση πως μόνο με τη νεοελληνική γλώσσα είναι δυνατή η δημιουργία ενός νεοελληνικού πολιτισμού. Ο γλωσσικός αγώνας του Ψυχάρη είναι στην ουσία ένας αγώνας για την πατρίδα. (Γράφει χαρακτηριστικά: Οποιος με διαβάσει θα καταλάβει με τι σκοπό έγραψα το Ταξίδι μου. Γλώσσα και πατρίδα είναι το ίδιο. Να πολεμά κανείς για την πατρίδα του ή για την εθνική του γλώσσα, ένας είναι ο αγώνας. Πάντα αμύνεται περί Πάτρης.) Η λογοτεχνία από την εποχή εκείνη και στο εξής θα γράφεται αποκλειστικά στη δημοτική γλώσσα και αρχίζουν οι πρώτες κινήσεις για την εισαγωγή της στην εκπαίδευση και στους άλλους τομείς της ζωής μας.

Ενδεικτική βιβλιογραφία σχετική με το γλωσσικό ζήτημα
Κορδάτου, Γ. Ιστορία του γλωσσικού μας ζητήματος, 5η έκδοση, Αθήνα, Εκδόσεις Μπουκουμάνη, 1943.
Λιάκου, Α., «Εξ Ελληνικής εις την ημών κοινήν γλώσσαν». Στο Ιστορία της Ελληνικής Γλώσσας, Από τις αρχές έως την ύστερη αρχαιότητα, (επιστημονική επιμέλεια Α. Φ. Χριστίδη), Ινστιτούτο Νεοελληνικών σπουδών, Ίδρυμα Μ. Τριανταφυλλίδη, 2000, σ. 963 – 971.
Πετρούνια Ευ., Νεοελληνική Γραμματική και Συγκριτική («Αντιπαραθετική») Ανάλυση. Μέρος Α΄: Θεωρία. University Studio Press, Θεσσαλονίκη, 1984.
Σταυρίδη - Πατρικίου, Ρ. Γλώσσα, Εκπαίδευση και Πολιτική, Αθήνα, Ολκός, 1999.
Φραγκουδάκη, Α., Η γλώσσα και το έθνος. 1880 – 1980, Εκατό χρόνια αγώνες για την αυθεντική ελληνική γλώσσα, Εκδόσεις Αλεξάνδρεια, 2001.
Χάρη, Γ. (επιμέλεια), Δέκα μύθοι για την ελληνική γλώσσα, Εκδόσεις Πατάκη, 2001.
Χριστίδη, Α. Φ., «Γλωσσικές μυθολογίες: Η περίπτωση της Ελληνικής». Στο Η ελληνική γλώσσα στη διευρυμένη Ευρωπαϊκή Ένωση, Αθήνα, Κέντρο Λογοτεχνικής Μετάφρασης, 1996, σ. 163 – 174,
Alexiou, M., "Diglossia in Greece". Στο Ηaas, W. (ed.), Standard languages, spoken and written, Mour Follick series 5, Manchester University Press, 1985, σ. 156 – 192.
Ferguson, C. A. “Diglossia”, Word 15, 1959, σ. 325 – 340.
Frangoudaki, A., “Diglossia and the present language situation in Greece: A sociological approach to the interpretation of diglossia and some hypotheses on today’s linguistic reality”. Language in Society 21, 1992, σ. 365 – 381.

--------------------------------------------------------------------------------
[1] Βλ. Ferguson, C. A., “Diglossia”, Word 15, 1959, σ. 325 – 340.
[2] Η διγλωσσική κατάσταση που προήλθε από τον αττικισμό ξεπεράστηκε τον 16ο και 17ο αιώνα στην Κύπρο, στη Ρόδο και προπάντων στην Κρήτη και τα Επτάνησα, που μετείχαν στον ευρωπαϊκό πολιτισμό.

[3]Ο Ψυχάρης αναφέρει χαρακτηριστικά: «Πρέπει να σπουδάξουμε καλύτερα την αρχαία για να καταλάβουμε την ιστορική αξία της δημοτικής».

[4] Κάποιοι υπέρμαχοι της δημοτικής βρίσκουν στο κήρυγμά του αρκετές «υπερβολές» και «ακρότητες», όμως αν αναλογιστεί κανείς ότι εκείνη την εποχή κυριαρχούσαν οι ακραίες αρχαϊστικές απόψεις, καθώς και το κέρδος που καρπώθηκε στο μεταξύ η δημοτική μετριάζοντας αυτές ακριβώς τις «υπερβολές», δεν μπορεί να του αρνηθεί τον τίτλο του γενάρχη της δημοτικιστικής ιδέας.

[5]Πβ. Φραγκουδάκη, Α., Η γλώσσα και το έθνος. 1880-1980, Εκατό χρόνια αγώνες για την αυθεντική ελληνική γλώσσα, Εκδόσεις Αλεξάνδρεια, 2001, σ. 34.

[6] Πβ. Frangoudaki, A., “Diglossia and the present language situation in Greece: A sociological approach to the interpretation of diglossia and some hypotheses on today’s linguistic reality”. Language in Society 21, 1992, σ. 369.





Πέμπτη 7 Απριλίου 2011

Άρθρο Ακαμάτη για γλώσσα Μακεδονίας

Η γλώσσα των αρχαίων Μακεδόνων· νέα στοιχεία από την Πέλλα


Ιωάννης Μ. Ακαμάτης

Για μεγάλο χρονικό διάστημα η γλώσσα που μιλούσε ο λαός των Μακεδόνων υπήρξε αντικείμενο συζητήσεων και διαφορετικών προσεγγίσεων. Από μερικούς μάλιστα ερευνητές, τον αμερικανό καθηγητή BORZA και τους μαθητές του, θεωρήθηκε πως το σύνολο των ελληνικών επιγραφών που βρέθηκε στη μεγάλη Τούμπα της Βεργίνας ανήκουν στους συγγενείς των βασιλέων, αφού οι τάφοι είναι βασιλικοί. Η γλώσσα τους λένε είναι φυσικό να είναι η ελληνική αφού οι ίδιοι μελετητές υποστηρίζουν πως η βασιλική οικογένεια και η ανώτατη τάξη μόνο είχαν εξελληνιστεί. Είναι όμως έτσι τα πράγματα; Είναι προφανές πως το επιχείρημα αυτό θα κατέπιπτε αν είχαμε ελληνικά κείμενα που ανήκουν στους κοινούς ανθρώπους και χρονολογούνται πριν από τα χρόνια του Μεγάλου Αλεξάνδρου και της κοινής ελληνικής, ας πούμε πριν από τα μέσα του 4ου αι. π.Χ.

Το πρώιμο νεκροταφείο της Αγοράς της Πέλλας μας έδωσε τα πιο σημαντικά ευρήματα. Από το τέλος του 5ου αι. π.Χ. προέρχεται η επιτύμβια στήλη του Ξάνθου. Ενός φτωχού σχετικά παιδιού. Για να γίνει η μικρή στήλη ξαναχρησιμοποιήθηκε ένα κομμάτι μάρμαρο. Η επιγραφή στη στήλη γράφει: ΞΑΝΘΟΣ/ΔΗΜΗΤΡΙΟ/Υ ΚΑΙ ΑΜΑ/ΔΙΚΑΣ ΥΙΟΣ. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει εδώ το μητρωνυμικό Αμαδίκα. Το όνομα αυτό φαίνεται πως προέρχεται από τη ρίζα αμ- από όπου και το ομηρικό ρήμα αμά-ω (αρχ=θερίζω) και τη μακεδονική κατάληξη –δίκα, θυμηθείτε το όνομα Ευρυδίκα. Παρατηρείστε τον κανονικό σχηματισμό της μακεδονικής κατάληξης σε α αντί η. Τα πρόσφατα μάλιστα ευρήματα από τη Βεργίνα μας έδωσαν τρεις φορές το όνομα της μητέρας του Φιλίππου ως Ευρυδίκας και όχι Ευρυδίκης. Ετσι ενώ τα παραδείγματα πριν από μερικά χρόνια ήταν λιγοστά σήμερα καθημερινά αυξάνονται με τις ανακαλύψεις της αρχαιολογικής σκαπάνης. ας δείχνω μάλιστα εδώ δύο ευρήματα από το νεκροταφείο της Πέλλας, βγαλμένα από το χώμα πρόσφατα. Πρόκειται για χρυσά φύλλα με την ταυτότητα των νεκρών. Στο ένα φύλλο καταγράφεται το όνομα Ηγησίσκα, αντί του Ηγησίσκη, από το ρήμα ηγούμαι. Σας αναφέρω ακόμα πως η νεκρή ήταν ένα μικρό κορίτσι, έτσι είναι –ίσκη=Ηγησίσκη. Στο άλλο καταγράφεται το όνομα Φιλοξένα.

'Αλλο ένα εύρημα από το νεκροταφείο της περιοχής της Αγοράς ανήκει σε ένα ενεπίγραφο μολύβδινο έλασμα, ένα κατάδεσμο, όπως έλεγαν οι αρχαίοι. Είναι ένα σημαντικότατο απόκτημα της αρχαιολογικής έρευνας που πραγματοποιείται στη Μακεδονία τα τελευταία χρόνια. Το κείμενο αυτό, κατά την άποψή μου, μπορεί αποφασιστικά να βοηθήσει στην κατανόηση της Μακεδονικής διαλέκτου. Είναι ως αυτή τη στιγμή, το μοναδικό διαλεκτικό κείμενο της μακεδονικής. Η σημασία του αυξάνει ακόμα περισσότερο γιατί είναι σχετικά εκτεταμένο κείμενο. Αυτό το κείμενο που είναι έτοιμο προς δημοσίευση, μόλις εμφανιστεί, είμαι βέβαιος πως θα σχολιαστεί ευρύτατα από τους ειδικούς γλωσσολόγους. Η πινακίδα ήρθε στο φως μέσα σε ένα τάφο ενός ταπεινού ατόμου. Το κείμενο παρουσιάζει σχέσεις με την αττική στη σύνταξη. Ομως διαφέρει από την αττικο-ιωνική ομάδα στα εξής:

1. Το α και εδώ δεν γίνεται δευτερεύον η, βλ. πχ. Θετίμα, αντί Θετίμη, γάμαι αντί γήμαι, άλλα αντί άλλη, έρημα αντί έρημη, κακά αντί κακή.

2. Η συνίζηση του α και ο γίνεται α όχι ω, πχ. Ταν άλλαν πασάν αντί των άλλων πασών, χηράν αντί χηρών κ.λ.π.

3. Γενικά και άλλες ιδιαιετερότητες μας βοηθούν να κατατάξουμε την γλώσσα του κειμένου στην ομάδα των ΒΔ δωρικών ελληνικών βέβαια διαλέκτων. Αυτή λοιπόν είναι η Μακεδονική και αυτή εννοείται όταν ο Αλέξανδρος μιλά στους στρατιώτες του Μακεδονιστί.

Η Πέλλα, η πρωτεύουσα του Φιλίππου και του Αλεξάνδρου και των διαδόχων τους αποκαλύπτει σταδιακά τα μυστικά της και καθημερινά επιβεβαιώνει την πεποίθηση του Ξενοφώντος που την αναφέρει ως την μεγίστην των εν Μακεδονία πόλεων. Η πόλη έγινε η πρωτεύουσα της μεγαλύτερης κοσμοκρατορίας που είχε γνωρίσει ο κόσμος ως τότε. Η πολιτική και στρατιωτική μεγαλοφυία των ανδρών της δημιούργησε τον ελληνιστικό κόσμο και έφερε τον ελληνισμό ως την Βακτρία και την Ινδική. Η ίδρυση τότε πάνω από 70 πόλεων μεταξύ των ακτών της Μεσογείου και της Ινδίας οδήγησε στην εξάπλωση του ελληνικού πολιτισμού στην οικουμένη. Μέσα στα απέραντα αυτά πλαίσια αναπτύχθηκε για πρώτη φορά μια παγκόσμια οικονομική συνεργασία, την κλίμακα της οποίας δεν είχε γνωρίσει η οικουμένη. Μπήκαν τα θεμέλια για την εξάπλωση του ελληνικού πολιτισμού και της ελληνικής γλώσσας (αττικής), που στη συνέχεια θα γίνει το μέσον επικοινωνίας των λαών. Πρέπει λοιπόν κανείς βάσιμα να υποστηρίξει πως χωρίς την πολιτική αυτή, που συλλαμβάνεται στην Πέλλα, δεν νοείται η ύπαρξη και η μακρόχρονη ανάπτυξη της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, αλλά ούτε και κατ' επέκτασιν η διάδοση του δυτικού πολιτισμού. Οι αρχές της διαλλακτικής πολιτικής προς τους κατακτημένους λαούς είχαν τις ρίζες τους στην μακρόχρονη πολιτική του μακεδονικού βασιλείου απέναντι στους λαούς με τους οποίους συγκρούστηκαν. Οι νέες αρχές του κοσμοπολίτικου πνεύματος κατέλυσαν τις παλιότερες αντιλήψεις για διάκριση των λαών σε Ελληνες και βαρβάρους. Σε πολλές περιπτώσεις η μακεδονική μορφή διοίκησης, που ξεκινά από την Πέλλα, προπορεύτηκε κατά πολύ της εποχής της, έδειξε τέτοια πρωτοτυπία πνεύματος, που πραγματικά καθιερώθηκε σαν ένα επιβλητικό φαινόμενο της παγκόσμιας ιστορίας.

Το παράδειγμα της Πέλλας όχι μόνο μας έδωσε πληθώρα νέων στοιχείων για την γλώσσα της, τη θρησκεία των κατοίκων της, τα ήθη και τα έθιμά τους, αλλά αναδεικνύεται και πηγή του σύγχρονου πνεύματος. Οι κάτοικοι της Πέλλας αποδεικνύονται κάθε μέρα και περισσότερο ομόγλωσσοι των υπολοίπων Ελλήνων, παρά και εις πείσμα πρόσφατων αμφισβητήσεων. Είδαμε ακόμα πως είχαν και των θεών τα ιδρύματα κοινά, και ήθεά Τε ομότροπα. Τα στοιχεία αυτά καλλιεργήθηκαν από ηγήτορες και λαό κατά τον λαμπρότερο τρόπο και μετουσιώθηκαν σε ένα ελληνιστικό πολιτισμό, πάνω στον οποίο στηρίζεται το σύνολο των ανθρωπιστικών κοινωνιών της γης.

Σαν κατακλείδα ας θυμηθούμε ένα απόσπασμα του μεγάλου Αθηναίου ρήτορα ΙΣΟΚΡΑΤΗ που έζησε τον 5ο και 4ο αι. π.Χ. «Ομολογείται μεν γαρ την Μακεδονίαν πόλιν αρχαιοτάτην είναι και ελληνικοτάτην και μεγίστην και πάσιν ανθρώποις ονομαστοτάτην». Σε μετάφραση ο Ισοκράτης γράφει: Είναι κοινά παραδεκτό λοιπόν ότι η Μακεδονία είναι χώρα αρχαιοτάτη και πέρα για πέρα ελληνική και η πιο ξακουστή ανάμεσα σ’ όλους τους ανθρώπους». Αγαπητοί φίλοι, αυτή είναι η κληρονομιά μας. Ανάλογο είναι όμως και το μέγεθος της ευθύνης όλων μας.

Ο Ιωάννης Μ. Ακαμάτης είναι επίκουρος καθηγητής ΑΠΘ



Κυριακή 27 Μαρτίου 2011

Προβληματισμοί σχετικά με άρθρο Παναγιωτίδη στην εφ. Καθημερινή 26/3/2011

[Παρατήρηση:
Όσα σημειώνονται παρακάτω δεν αποτελούν άρθρο παρά μόνο σκόρπιες σκέψεις που προέκυψαν ως αυτόματη αντίδραση στην ανάγνωση του συγκεκριμένου άρθρου (και ασφαλώς όχι στον συντάκτη του).]

   Παρά το γεγονός ότι η ώρα είναι εξαιρετικά προχωρημένη (βλέπετε η μπεμπούλα μου δεν μου αφήνει περιθώρια για εργασία με φυσιολογικό ωράριο), δεν μπορώ να κοιμηθώ και να αφήσω ασχολίαστο το άρθρο "Εξ Αφορμής". Έχω απορίες και προβληματισμούς -κάθε συνδρομή ευπρόσδεκτη.
Πολύ συνοπτικά:
α. Γιατί δεν διευκρινίζει ρητά ο συντάκτης του άρθρου αν τελικά θεωρεί την αρχαία γλώσσα ξένη ή όχι με τη νέα ελληνική, αφού διαφαίνεται ότι αυτή είναι μάλλον η άποψή του; Είναι ντροπή να διατυπώσει μια γνώμη, αν πράγματι την πιστεύει; Γιατί χαρακτηρίζει την αρχαία "εθνικό θησαυρό και μάλιστα αδαπάνητο και αναπαλλοτρίωτο"; (Καλά, η οικονομική κρίση μας έχει επηρεάσει γενικώς φαίνεται, διότι διαφορετικά αυτοί οι όροι παραμένουν αόριστοι και ανεξιχνίαστοι σε σχέση με τη γλώσσα και τη γλωσσική μας παράδοση). Γιατί παίζει με την κυριολεκτική και τη μεταφορική χρήση του όρου "ξένος" αποφεύγοντας να διατυπώσει εντέλει τη δική του άποψη; Δεν τολμά να χαρακτηρίσει την αρχαία ελληνική "ξένη χώρα", υποστηρίζει ότι "δεν λέει ότι ανήκει στους ξένους" (με την παρατήρηση όμως: "οι γλώσσες στους ομιλητές τους ανήκουν τελικά"), περιορίζεται στον χαρακτηρισμό "ξένη από την άποψη του πόσο οικεία (δε) μας είναι" (άρα ξένη επειδή μας είναι δύσκολη;), καταλήγει σε μια γενικόλογη άποψη απροσδιορίστου χροιάς "και όπως πάντοτε, από την ξένη χώρα που λέγεται παρελθόν παίρνουμε βεβαίως ό,τι χρειαζόμαστε αλλά και μόνον ό,τι είμαστε σε θέση να πάρουμε" (όπου το "από την ξένη χώρα που λέγεται παρελθόν" μπορεί να αντικατασταθεί άνετα με την έκφραση "από παντού").
β. Ως προς τους παράγοντες που καθιστούν τα αρχαία ελληνικά ανοίκεια στους νέους: Γίνεται λόγος καταρχάς για γλώσσα "απροσπέλαστη γραμματικά" και λεξιλόγιο "σπάνια αναγνωρίσιμο χωρίς  λεξικό". Αν όμως ληφθεί υπόψη το γεγονός ότι σώζεται ένα περιορισμένο μόνο  και σε μεγάλο βαθμό δύσκολο τμήμα της αρχαίας ελληνικής γραμματείας, οι παράμετροι αυτοί δεν αποτελούν κριτήριο συγγένειας ή μη δύο γλωσσών. Μπορούν να καταδείξουν ενδεχομένως ότι δεν έχουμε διδαχθεί διόλου ή ότι έχουμε διδαχθεί ανεπαρκώς τα αρχαία ελληνικά (άλλωστε το ζήτημα της διδακτικής των αρχαίων ελληνικών δεν φαίνεται να έχει κλείσει ακόμη, το αντίθετο μάλιστα). Μήπως δεν υπάρχουν νεοελληνικά κείμενα απροσπέλαστα γραμματικά και με λεξιλόγιο "σπάνια αναγνωρίσιμο χωρίς λεξικό"; Μήπως από την άλλη μπορούν ενδεχομένως Άγγλοι κλασικιστές που έχουν μάθει πολύ καλά τα αρχαία ελληνικά να ισχυριστούν ότι μετατράπηκαν σε "Greeks" (με την έννοια του Αρχαίου Έλληνα);
Άλλωστε η γενικότερη εξέλιξη της γλώσσας (όπως επέμενε να τονίζει ο αείμνηστος Τ. Χριστίδης) συνάδει με την απλοποίησή της, λογικό δεν είναι;
Ως προς την "ακατάληπτη στην προφορική της φωνή (γλώσσα) αλλά κι εντελώς ξενόφωνη", με την "κάπως σουηδόφωνη προσωδία", που "θα μας έκανε να αναρωτιόμαστε μήπως η χρονομηχανή δεν μας ταξίδεψε μόνο στον χρόνο αλλά και στον χώρο": εκφράζεται μεγάλη βεβαιότητα για το ζήτημα της ερασμιακής προφοράς των αρχαίων ελληνικών, ενώ δεν μπορούν πλέον να παρουσιαστούν σχετικά ερείσματα με τη βαρύτητα των αποδείξεων (τα καημένα τα πρόβατα...) και η ουσιαστική και σχολαστική ενασχόληση των Δυτικών πριν από τους Νεοέλληνες δημιουργεί επιπλέον προβληματισμό για τον χαρακτήρα της "ξενόφωνης" αρχαίας ελληνικής.
Απορία προκαλεί εξάλλου και η πρόκριση της αναπόδεικτης προφοράς σε σχέση με τη σωζόμενη γραφή με έκδηλη την αντίφαση στο σημείο όπου διατυπώνεται η παραδοχή: "και ποιος ξέρει τι άλλο, που χάθηκε ύστερα από 24 αιώνες σιωπής και μόνο γραπτής επιβίωσης της Αρχαίας."
Παρόλα αυτά γίνεται λόγος για "σχετική αναγνωρισιμότητα" της αρχαίας βάσει του  τρόπου γραφής και διατυπώνεται η άποψη ότι "η νέα ελληνική και η αρχαία ελληνική μοιάζουν και μπορούν να γίνουν αντιληπτές ως δύο στάδια μιας αδιάσπαστης συνέχειας μόνο χάρη στη φιλολογική, στη γλωσική και (τον τελευταίο ενάμιση αιώνα) στη γλωσσολογική ανάλυση". Τι συμβαίνει όμως με το αλφάβητο και τους χαρακτήρες; Διότι χρησιμοποιείται ως βάση το φοινικικό αλφάβητο, για να διακριθούν φωνήεντα και να διαμορφωθεί το ελληνικό αλφάβητο και από αυτό στη συνέχεια το λατινικό. Γιατί λοιπόν χρήζει ιδιαίτερης επεξεργασίας σε επίπεδο φιλολογικό / γλωσσικό / γλωσσολογικό το ελληνικό αλφάβητο, για να διαφανεί η σύνδεσή του με τη γλώσσα;
γ. Αδιευκρίνιστος παραμένει και ο στόχος της παρενθετικής αναφοράς στην καθαρεύουσα (ποια η σχέση της τεχνητής καθαρεύουσας με τα αρχαία ελληνικά;) με εξαιρετικά αθωωτικούς όρους περί "πανελλήνιου διδακτικού πειράματος γλωσσικής αναβίωσης" που κατέληξε "τροφοδότης λογαριασμός [και πάλι η εμμονή με τους όρους της οικονομικής κρίσης, να και η δανειοδότηση] της σύγχρονης γλώσσας με λεξιλογικό πλούτο -αλλά και με πολλή επιπόλαια [μήπως πολύ επιπόλαια;] ή και επίπλαστη λογιοσύνη: τις ελληνικούρες" (και με την ανεξιχνίαστη παρατήρηση "δεν νομίζω πως θα μπορούσε να είχε γίνει κι αλλιώς"). Όσοι έχουν ασχοληθεί με το γλωσσικό ζήτημα είναι σε θέση να υποστηρίξουν, νομίζω, ότι "αν η καθαρεύουσα επικρατούσε", το λιγότερο που θα μας απασχολούσε θα ήταν η σύγχυση του "ημάς σε υμάς"... Θα είχαμε άλλα δυσεπίλυτα προβλήματα πολύ πιο σημαντικά. 
δ. Μια τελευταία λεπτομέρεια: χρειάζεται να προστεθεί στο άρθρο μια συγκεκριμένη παραπομπή για την άποψη της Μ. Κακριδή-Φερράρι, γιατί έτσι όπως διατυπώνεται εγείρει πολλά ερωτηματικά.

Τετάρτη 26 Νοεμβρίου 2008

Το Μουσείο Κυκλαδικής Τέχνης εν δράσει

http://news.kathimerini.gr/4dcgi/_w_articles_civ_2_19/10/2008_288769
(εφ. Καθημερινή, 19. 10. 2008)

Eνα γρήγορο ταξίδι στο χώρο και το χρόνο
Το Μουσείο Κυκλαδικής Τέχνης πάντρεψε αρχαιολογία, κινηματογράφο και τεχνολογία, ζωντανεύοντας την Αθήνα του 5ου αι. π.Χ.
Της Γιωτας Συκκα

«Tο όνομά μου είναι Λέων. Γεννήθηκα και μεγάλωσα στην Αθήνα, την πιο ξακουστή πόλη της αρχαίας Ελλάδας, την εποχή που κτιζόταν ο Παρθενώνας. Το σπίτι μας είναι μεγάλο, έχει δυο ορόφους και μια μεγάλη αυλή στο κέντρο, γύρω από την οποία είναι οργανωμένα όλα τα δωμάτια. Εκτός από τους γονείς μου και τη μικρή μου αδελφή, τη Μελίτη, μαζί μας μένουν και οι δούλοι που βοηθούν στις καθημερινές εργασίες. Ανάμεσά τους ιδιαίτερη θέση έχει ο Κλέαρχος, ο παιδαγωγός μου»...
Στον τέταρτο όροφο του Μουσείου Κυκλαδικής Τέχνης, που έχει ντυθεί όλος με το χρώμα της πορφύρας, ο Λέων ξετυλίγει τη ζωή του και τη ζωή της οικογενείας του, προσκαλώντας τον επισκέπτη σε ένα γρήγορο ταξίδι στο χώρο και το χρόνο. Τα 142 αρχαία αντικείμενα από τις μόνιμες συλλογές του μουσείου βοηθούν το ταξίδι, μαζί με δυο ταινίες μικρού μήκους, και μια τρισδιάστατη σχεδιαστική αναπαράσταση ενός παράλιου δήμου της Αττικής, του 5ου αι. π.Χ., όπου σύμφωνα με το σενάριο γεννήθηκε και μεγάλωσε ο Λέων.
Ατμοσφαιρική έκθεση
Τίποτε δεν είναι τυχαίο σε αυτή την έκθεση. Ο διευθυντής του, καθηγητής Νικόλας Σταμπολίδης και ο συνεργάτης του αρχαιολόγος Γιώργος Τασούλας έλαβαν πολλά υπόψη τους: ακόμη και την κούραση του επισκέπτη που δεν έχει χρόνο για νωχελικές βόλτες στα μουσεία, την ανυπομονησία των μαθητών, το παραμύθι που ζητάει πια το κοινό. Πάντρεψαν, λοιπόν, την αρχαιολογία με τον κινηματογράφο, την τεχνολογία, και έστησαν την ατμοσφαιρική μόνιμη έκθεση «Σκηνές από την Καθημερινή Ζωή στην Αρχαιότητα» προσκαλώντας μικρούς και μεγάλους στο μουσείο της οδού Νεοφύτου Δούκα 4. Την παραγωγή του οπτικοακουστικού υλικού φρόντισε η ισπανική εταιρεία GPD General de Producciones y Diseno και ο Boris Micka που ανέλαβε τον τάφο του Τουταγχαμών, το Μουσείο της Ιερουσαλήμ και το Μουσείο Ισλαμικής Επιστήμης στην Κωνσταντινούπολη.
Ευσύνοπτη ξενάγηση
Η υπόθεση δεν ήταν καθόλου απλή. «Για τις ταινίες έγινε κανονικό κάστινγκ, τρέχαμε ώρες σε στούντιο στην Παιανία όπως και στη Γυμναστική Ακαδημία για να βρούμε τους πρωταγωνιστές», εξηγεί ο Ν. Σταμπολίδης. Ομως, γιατί όλα αυτά; «Ως θεματικό μουσείο που δεν μπορεί να ασχολείται με όλα τα πράγματα, στοχεύσαμε σε κάτι. Αφού το κέντρο των μόνιμων θεματικών μας συλλογών είναι τα κυκλαδικά, σκεφτήκαμε πως καλό θα ήταν να αναπτυχθούν σε ομόκεντρους κύκλους. Το να πηγαίνουμε από τα κυκλαδικά, στα βυζαντινά ή στην κινέζικη τέχνη δεν είναι λύση. Αποφασίσαμε να δώσουμε ευσύνοπτα και παραστατικά την Εποχή του Χαλκού (τα πρωτοκυκλαδικά και τα κυκλαδικά) στον πρώτο όροφο, να συγκεντρώσουμε όλες τις μικρές μας συλλογές των ελληνικών αρχαιοτήτων (μινωικά, μυκηναϊκά, γεωμετρικά, κλασικά, ελληνιστικά, ρωμαϊκά) στον δεύτερο και στον τρίτο όροφο να παρουσιάσουμε τον κυπριακό πολιτισμό.
Ουσιαστικά αναδιαρθρώσαμε τον δεύτερο όροφο (που θα ανοίξει μέσα στο 2009) ως αρχαία ελληνική τέχνη, δίνοντας έμφαση στην τεχνολογία και την παράσταση. Η ανανέωση του τρίτου ορόφου είναι στόχος του 2010. Μαζεύοντας όμως τα αντικείμενα μας έμεινε ο τέταρτος όροφος. Εκεί, σκεφτήκαμε να κάνουμε κάτι που δεν υπάρχει στην Ελλάδα. Ο κλασικός πολιτισμός στην καθημερινή του ζωή μέσα από τα μόνιμα αντικείμενα των συλλογών μας. Δανειστήκαμε επίσης 10 ενεπίγραφα όστρακα από τον εξοστρακισμό με ονόματα του Θεμιστοκλή, του Κίμωνα κ.ά., από ανασκαφές του Κεραμεικού και ένα γύψινο εκμαγείο ψηφίσματος από το Επιγραφικό Μουσείο.Στόχος μας είναι να δώσουμε στον κόσμο, στον μέσο επισκέπτη, τον μαθητή, τον ξένο ή τον Ελληνα οποιουδήποτε βεληνεκούς και μορφωτικού επιπέδου μια ευσύνοπτη, μια εικοσάλεπτη ξενάγηση - ταξίδι που όμως μπορεί να αναγνώσει και ο ίδιος χωρίς βοήθεια».
Ο Λέων γεννήθηκε στα Μηδικά Χρόνια και επομένως είναι άνδρας στον Πελοποννησιακό Πόλεμο. Είναι δημότης ενός υπαρκτού δήμου, των Αιξωνίδων Αλών στη σημερινή Βούλα - Βουλιαγμένη. Το όνομά του δεν είναι τυχαίο. «Βρήκαμε από επιγραφές ότι υπήρξε σε αυτόν τον αρχαίο δήμο τον 4ο αι. π.Χ.». Το πρώτο που συναντά ο επισκέπτης είναι οι δώδεκα θεοί του Ολύμπου. Τον Ποσειδώνα να καταπλακώνει με βράχο τον Γίγαντα Πολυβώτη, τον Ηφαιστο να εξαπολύει πυρωμένους μύδρους εναντίον ενός γίγαντα, σε ένα μικρούλι ειδώλιο την αναδυόμενη Αφροδίτη. Υστερα, η θεότητα που μετέχει του θείου, του ανθρώπινου, του πνευματικού και του σαρκικού, ο έρωτας, κλείνει γρήγορα την πρώτη ενότητα «θεοί και οι ήρωες» και «Με τα φτερά του έρωτα» πριν μπούμε στον κόσμο των γυναικών και των αντρών.
Η εικόνα της γυναίκας
Καθρέφτες, κοσμήματα, σκεύη ομορφιάς, μυροδοχεία αποκαλύπτουν την εικόνα της γυναίκας που παντρευόταν συνήθως στα 14 (όπως η μητέρα του ήρωα) και του συζύγου που είχε επιλέξει χωρίς τη συγκατάθεσή της, ο πατέρας της. Ο γαμπρός, συνηθιζόταν να έχει τη διπλάσια ηλικία της νύφης η οποία, στην ουσία, από την κυριότητα του πατέρα περνούσε σε αυτήν του γαμπρού. Η ζωή της μετά το γάμο έχει κι αυτή χώρο στην έκθεση. Τις περισσότερες φορές περιοριζόταν στον γυναικωνίτη που ήταν στον πάνω όροφο κάθε σπιτιού. Οι άνδρες πίστευαν πως έτσι προστάτευαν την τιμή τους, όσο για τις ίδιες ασχολούνταν με την ανατροφή των παιδιών και τα οικιακά. Είναι γνωστό ότι ευκαιρίες για εξόδους δεν είχαν παρά μόνο για να φέρουν νερό, να λάβουν μέρος σε θρησκευτικές γιορτές ή να επισκεφθούν τάφους συγγενών. Εκτός αν ήταν εταίρες. Αυτές συμμετείχαν και σε συμπόσια και μπορούσαν να διαχειρίζονται οι ίδιες την περιουσία τους.
Ανδρική υπόθεση
Οι δραστηριότητες του άντρα στον ιδιωτικό του βίο (σχολείο, γυμναστήριο, συμπόσιο) και στη δημόσια ζωή και τον πόλεμο, αφορούν τις επόμενες δυο ενότητες. Εκθέματα, κυρίως από την κλασική και Ελληνιστική Περίοδο (5ος - 1ος αι. π.Χ.) μαζί με φωτογραφίες από τα γυρίσματα των ταινιών στην «πλάτη» της προθήκης δείχνουν πώς αθλούνταν οι νέοι στο Γυμνάσιο (έτσι ονομαζόταν επειδή ασκούνταν γυμνοί) και στην Παλαίστρα.
Οι χώροι αυτοί λειτουργούσαν και ως σχολές στις οποίες σύχναζαν φιλόσοφοι, μουσικοί και σοφιστές. Το συμπόσιο πάλι ήταν θεσμός. Ανδρική υπόθεση. Για τη δημιουργία ψυχικής και πνευματικής ευφορίας ώστε να συζητήσουν πολιτικά και φιλοσοφικά θέματα, να απαγγείλουν ποίηση ή να επιδοθούν σε ερωτικά παιχνίδια.
Oμως, ήδη, το βλέμμα του επισκέπτη έχει κερδίσει μια ταινία όπου μπορεί να παρακολουθήσει κανείς σε κινηματογραφική λογική ότι πρόσεξε λίγα λεπτά νωρίτερα στα εκθέματα. Η παράσταση των αγγείων γίνεται σκιά και μέσα απ’ αυτήν έρχονται οι ηθοποιοί ως πραγματικότητα. Oταν τελειώνει η προβολή, με την αναχώρηση του Λέοντα στον πόλεμο, σε ένα σκοτεινό σημείο αριστερά, οι επισκέπτες μαθαίνουν κάθε λεπτομέρεια για το τελετουργικό του θανάτου. Ο πρωταγωνιστής, οι συγγενείς, οι νενομισμένες τιμές. Στεφάνια μυρτιάς, ρόδια, σέλινο και μυροδόχα αγγεία ήταν απαραίτητες προσφορές, ενώ τρισδιάστατα προβάλλεται η στήλη, ο τάφος όπως θα τα έβρισκε ένας αρχαιολόγος.
Η έκθεση θα ανοίξει τέλος του μήνα και όπως τονίζει ο Ν. Σταμπολίδης είναι αφιερωμένη στους Eλληνες αρχαιολόγους. «Αυτούς θα τιμήσουμε που δεν το έχει πράξει κανείς έως σήμερα». Τα παιδιά, πάντως, θα μαγευτούν από το εκπαιδευτικό πρόγραμμα και κυρίως το βιβλιαράκι που επιμελήθηκαν η Μαρίνα Πλατή και η Ελένη Μάρκου.

Κυριακή 23 Νοεμβρίου 2008

άρθρο στο "Βήμα" για τους Ολυμπιακούς αγώνες στον Όμηρο

W. Kullmann:
Πώς ο Ομηρος «είδε» τους Ολυμπιακούς Αγώνες

Το συμπέρασμα ότι ανάμεσα στον Ομηρο και στους Ολυμπιακούς Αγώνες υπάρχει στενή σχέση προκύπτει από την αφήγηση του Νέστορα για μια αρματοδρομία στην Ηλιδα (Ιλιάδα, Λ 697 κ.ε.), από την ανάπτυξη του ιερού της Ολυμπίας τον 8ο/7ο αιώνα π.Χ. και από τον «Κατάλογο των Πλοίων» της Ιλιάδας (ραψωδία Β).
* Η αφήγηση του Νέστορα
Στην 11η ραψωδία ο Νέστορας αφηγείται πώς ο βασιλιάς των Ηλίων Αυγείας κράτησε για τον εαυτό του ένα τέθριππο που είχε στείλει ο Νηλέας για να πάρει μέρος σε μια αρματοδρομία. Η αρματοδρομία αυτή είναι διαφορετική από όσες γνωρίζουμε από την υπόλοιπη Ιλιάδα. Αρματοδρομίες γίνονται στο έπος μόνο σε ταφικούς αγώνες και σε αυτές συμμετέχουν άρματα με δύο άλογα. Οταν λοιπόν η Ιλιάδα μνημονεύει αγώνες με αρματοδρομίες τεθρίππων στην «ιερή Ηλιδα», αυτό παραπέμπει στους Ολυμπιακούς Αγώνες.
Οι Ολυμπιακοί Αγώνες ιδρύθηκαν το 776 π.Χ. Πρώτο αγώνισμα ήταν το στάδιον. Ο δίαυλος εγκαινιάστηκε το 724, ο δόλιχος το 720, το 708 π.Χ. το πένταθλο και η πάλη, το 688 π.Χ. προστέθηκε η πυγμαχία και το 680 π.Χ. η αρματοδρομία με τέθριππα. Παράλληλα διευρύνεται από γεωγραφική άποψη και ο κύκλος των ολυμπιονικών. Αρχικά προέρχονται από τις γειτονικές περιοχές της Ηλιδας, κατόπιν από τη Μεσσηνία, μετά από τη Σπάρτη, αργότερα από την Επίδαυρο, τη Σικυώνα, τα Μέγαρα, την Αθήνα. Μια άλλη σημαντική ημερομηνία είναι το 688 π.Χ.: το έτος αυτό ο Ονομαστός από τη Σμύρνη φέρεται ως νικητής στην πυγμαχία. Ο Ονομαστός είναι ο πρώτος ολυμπιονίκης από τη μη ηπειρωτική Ελλάδα· κατάγεται μάλιστα από την πόλη που είναι γνωστή ως πατρίδα του Ομήρου. Εφόσον λοιπόν η αφήγηση του Νέστορα παραπέμπει στους Ολυμπιακούς Αγώνες, η Ιλιάδα πρέπει να συντέθηκε μετά το 680 π.Χ., μια ημερομηνία που συμφωνεί με τα συμπεράσματα των μελετητών που χρονολογούν πια την Ιλιάδα στο πρώτο μισό του 7ου αιώνα.
Η αναφορά της Ιλιάδας στους Ολυμπιακούς Αγώνες συμβιβάζεται συνεπώς με τα δεδομένα του καταλόγου των ολυμπιονικών. Συμβιβάζονται όμως τα δεδομένα αυτά με τα αρχαιολογικά ευρήματα στην Ολυμπία;
* Το ιερό της Ολυμπίας
Η τοπική σημασία που έχει ο κατάλογος των ολυμπιονικών τον 8ο αιώνα δεν ταιριάζει με τα πλούσια ευρήματα που έχουμε από το ιερό της Ολυμπίας για τον 9ο και 8ο αιώνα (εκατοντάδες αναθήματα από την Ελλάδα, την Ανατολή, την Κεντρική Ιταλία και την Ετρουρία) και αποδεικνύουν ότι το ιερό της Ολυμπίας είχε υπερτοπική σημασία πολύ προτού αρχίσει η καταγραφή των ολυμπιονικών. Ο αρχαιολόγος Alfred Mallwitz εξέτασε στη συνάρτηση αυτή πάνω από 250 πηγάδια στην Ολυμπία και απέδειξε ότι οι κατασκευές αυτές αρχίζουν στις αρχές του 7ου αιώνα, κάτι που υποδηλώνει την αύξηση των αναγκών σε νερό και συνεπώς την αύξηση των επισκεπτών.
Ο χαρακτήρας της Ολυμπίας πριν από την ίδρυση των πανελλήνιων Ολυμπιακών Αγώνων έχει φωτιστεί από τον Ulrich Sinn που επισημαίνει ότι στην αρχαϊκή εποχή η Ολυμπία ήταν γνωστή ως τόπος αγώνων και ως μαντείο. Η σημασία μάλιστα του μαντείου τον 8ο αιώνα ήταν μεγάλη, προτού το Μαντείο των Δελφών υποσκελίσει την Ολυμπία και προτού η ίδια η Ολυμπία δώσει μεγαλύτερη έμφαση στους Αγώνες. Το έτος 680 π.Χ. συμφωνεί επίσης με τον υπαινιγμό των στίχων Ι 381 κ.ε. της Ιλιάδας στις Θήβες της Αιγύπτου. Η άλωση των Θηβών από τους Ασσυρίους έγινε το 663 π.Χ., ενώ η ακμή της πόλης τοποθετείται την εποχή της 25ης αιθιοπικής δυναστείας. Τα αρχαιολογικά ευρήματα ταιριάζουν λοιπόν απόλυτα με τα φιλολογικά.
* Ο «Κατάλογος των Πλοίων»
Κοινό χαρακτηριστικό του «Καταλόγου των Πλοίων» και των Ολυμπιακών Αγώνων είναι ο πανελλήνιος χαρακτήρας τους. Αυτό βέβαια ισχύει μόνο εν μέρει για τον Κατάλογο: στρατεύματα εναντίον της Τροίας στέλνουν μόνο πόλεις της ηπειρωτικής Ελλάδας και νησιών του Αιγαίου (οι ελληνικές πόλεις της Μικράς Ασίας παραλείπονται για ποιητικούς λόγους).
Σύμφωνα τώρα με τον ιστορικό Giovannini, πηγή του Καταλόγου ήταν ένας κατάλογος θεωροδόκων αντίστοιχος με τον κατάλογο των θεωροδόκων για τους Δελφικούς Αγώνες που σώζεται σε επιγραφές. Οι θεωροδόκοι υποδέχονταν τους απεσταλμένους (θεωρούς) που μετέφεραν την πρόσκληση για τους Αγώνες και την εκεχειρία. Οι διαδρομές των θεωρών αντιστοιχούν στα τμήματα του «Καταλόγου των Πλοίων». Συνεπώς υπήρχαν κατάλογοι πόλεων που επισκέπτονταν οι θεωροί για να τις προσκαλέσουν στους Αγώνες. Από ό,τι φαίνεται οι Δελφικοί Αγώνες ιδρύθηκαν κατά τα πρότυπα των Ολυμπιακών και δανείστηκαν από αυτούς την οργάνωση. Εφόσον παραδίδεται κατάλογος νικητών με υπερτοπικό χαρακτήρα από τον 7ο αιώνα, πρέπει να υπήρχε και γραπτός κατάλογος των πόλεων που καλούνταν να συμμετάσχουν στους Αγώνες. Φυσικά ο «Κατάλογος των Πλοίων» δεν αντιστοιχεί πλήρως στους καταλόγους των προσκεκλημένων στους Ολυμπιακούς Αγώνες. Ο ποιητής ήταν υποχρεωμένος να διατηρήσει μια ισορροπία ανάμεσα στα ονόματα των πόλεων και στην επινοημένη ιστορία του, τη συγκέντρωση στρατευμάτων υπό την ηγεσία των μυθικών ηρώων.
Αλλοι ερμηνευτές πιστεύουν ότι ο «Κατάλογος των Πλοίων» έχει μυκηναϊκή προέλευση. Γνωρίζουμε ωστόσο από τα κείμενα της Γραμμικής Β ότι στην Ελλάδα υπήρχαν ανεξάρτητα ανακτορικά κέντρα που δεν συμφωνούν με τα γεωγραφικά δεδομένα του Ομήρου. Επίσης η ομηρική γλώσσα δεν έχει πια πολλές ομοιότητες με τη μυκηναϊκή.
Η ιστορία του Τρωικού πολέμου είναι βέβαια παλαιότερη από την Ιλιάδα. Στον πυρήνα της ιστορίας ανήκει η απαγωγή της Ελένης και η δέσμευση των μνηστήρων της να σεβασθούν την απόφαση του πατέρα της για το ποιος θα γίνει άντρας της. Ο «Κατάλογος των Πλοίων» της Ιλιάδας περιλαμβάνει 46 ονόματα αχαιών ηγεμόνων - αριθμός μάλλον υπερβολικός για μια μνηστεία. Το θέμα του καταλόγου των μνηστήρων, καθώς και το θέμα ενός πολέμου για την επιστροφή της Ελένης αφορούν έναν τρωικό πόλεμο μικρότερων διαστάσεων από αυτόν που περιγράφει ο Ομηρος. Η δυσαναλογία εξηγείται, αν υποθέσουμε ότι η ποιητική φαντασία μετέτρεψε την εκδίκηση για την απαγωγή μιας γυναίκας σε μια πανελλήνια εκστρατεία.
Το ερώτημα για τη γένεση του «Καταλόγου των Πλοίων» πρέπει όμως να τεθεί και από την πλευρά των αποδεκτών του έπους. Ενας τέτοιος κατάλογος προϋποθέτει γεωγραφικές γνώσεις και εξοικείωση με τη μυθολογία. Αν από το 700 π.Χ. υπήρχαν Ολυμπιακοί Αγώνες με νικητές από διάφορα μέρη της Ελλάδας, αυτό θα πρέπει να προκάλεσε τη διάδοση γεωγραφικών γνώσεων στο κοινό που παρακολουθούσε τις απαγγελίες των επών. Η πρόσληψη του «Καταλόγου των Πλοίων» της Ιλιάδας είναι αδιανόητη χωρίς τους Ολυμπιακούς.
Ο «Κατάλογος των Πλοίων» και οι Ολυμπιακοί Αγώνες είχαν μεγάλη σημασία για τη γένεση της εθνικής συνείδησης των Ελλήνων. Πρόκειται για τους δύο μοναδικούς παράγοντες (μαζί με τη γλώσσα) που διαδραμάτισαν έναν ρόλο στη διαδικασία αυτή. Η εθνογένεση των Ελλήνων πραγματοποιήθηκε συνεπώς το πρώτο μισό του 7ου αιώνα π.Χ. Εφόσον οι πόλεις που μνημονεύονται στον «Κατάλογο των Πλοίων» ταυτίζονται με τον κύκλο των συμμετεχόντων στους Ολυμπιακούς, τότε μπορούμε να συμπεράνουμε ότι ο ποιητής εμπνεύστηκε τη σύνθεση του Καταλόγου του από έναν γραπτό κατάλογο πόλεων που ήταν προσκεκλημένες στην Ολυμπία. Η Ιλιάδα έγινε με τον τρόπο αυτόν το εθνικό έπος των Ελλήνων.

Ο κ. Wolfgang Kullmann είναι ομότιμος καθηγητής της Αρχαίας Ελληνικής Φιλολογίας στο Πανεπιστήμιο του Freiburg (Γερμανία). Στις 6 Νοεμβρίου 2002 αναγορεύθηκε επίτιμος διδάκτωρ του Τμήματος Φιλολογίας του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης.
Το ΒΗΜΑ, 15/12/2002

Δευτέρα 10 Νοεμβρίου 2008

Άρθρο στα "Νέα" για έκθεση στην Ολυμπία

ΜΕ ΚΑΘΥΣΤΕΡΗΣΗ ΤΕΣΣΑΡΩΝ ΕΤΩΝ
Ψηφιακές βόλτες στην Αρχαία Ολυμπία
Της Παρασκευής Κατημερτζή
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ: Παρασκευή 7 Νοεμβρίου 2008

Μία ψηφιακή έκθεση-περιήγηση στους αρχαίους Ολυμπιακούς Αγώνες ανοίγει με καθυστέρηση τεσσάρων ετών στο Παλιό Μουσείο της Ολυμπίας Όσοι διαβούν το κατώφλι του πρώτου Κρατικού Ψηφιακού Μουσείου της χώρας, στην Αρχαία Ολυμπία, δεν θα νιώσουν απλοί παθητικοί επισκέπτες. Μπορούν να συμμετάσχουν ενεργά, χτίζοντας λ.χ. μόνοι τους, εικονικά, τον αρχαιολογικό χώρο όπως ήταν δύο χιλιάδες χρόνια πριν. Ή μετέχοντας σε διάφορα άλλα διαδραστικά κουίζ που δοκιμάζουν, σαν σε παιχνίδι, τις γνώσεις και την παρατηρητικότητά τους. Μπορεί κανείς, βέβαια, να φορέσει απλώς τα τρισδιάστατα γυαλιά του και να καθήσει στο μικρό αμφιθέατρο χωρητικότητας 50 ατόμων του Νέου Μουσείου. Εκεί θα παρακολουθήσει μια εικονική τρισδιάστατη περιήγηση στον Ναό του Διός, στην Παλαίστρα, στο Γυμνάσιο, στο Στάδιο και στα άλλα κτίρια της Αρχαίας Ολυμπίας, όπως ήταν τότε.
Αυτά τα διαδραστικά ηλεκτρονικά παιχνίδια ήταν προγραμματισμένο να παραδοθούν στο κοινό επ΄ ευκαιρία των Ολυμπιακών Αγώνων της Αθήνας Όλα αυτά στα υπόγεια του αιωνόβιου Μουσείου της Αρχαίας Ολυμπίας, στο Παλιό Αρχαιολογικό Μουσείο της Ιστορίας των Ολυμπιακών Αγώνων που είχε ανεγερθεί από τον Ανδρέα Συγγρό. Εκεί σε υποδέχονται ήχοι πουλιών, ενώ σε δυο σειρές από οθόνες ξετυλίγεται, υπό μορφήν αρχαιολογικού κόμικς, η πορεία του κόσμου που ξεκινούσε από την Αρχαία Ήλιδα για την Ολυμπία και η τέλεση των αγωνισμάτων ώστε να παρασυρθεί ο επισκέπτης σε ένα ταξίδι στον μαγικό κόσμο όπου συμπλέκονται η αρχαιολογία και η σύγχρονη τεχνολογία. Αξιοπρόσεκτο και το ψηφιακό χρονολόγιο που ενημερώνει για τα ολυμπιακά αθλήματα και τα σημαντικά ιστορικά γεγονότα που συνέβαιναν παράλληλα, στην Ελλάδα και στον υπόλοιπο κόσμο. Ενώ άλλος ψηφιακός πίνακας δίνει πιο αναλυτικές πληροφορίες για την ιστορία και την κατασκευή των κτιρίων του Ιερού. Τον επισκέπτη-χρήστη παραλαμβάνουν εν συνεχεία εννέα περίπτερα με οθόνες αφής που τον καλούν να αντλήσει πληροφορίες μέσα από αρχαίες παραστάσεις και κείμενα για την ιστορία και την τέλεση των Ολυμπιακών Αγώνων από το 776 π.Χ. ώς το 393 μ.Χ., σε ένα διάστημα δηλαδή 12 αιώνων. Σχεδόν 4 εκατομμύρια ευρώ από το πρόγραμμα Κοινωνία της Πληροφορίας του Γ΄ ΚΠΣ 2000-2006 κόστισε η εγκατάσταση της αίθουσας πολυμέσων. Αυτά τα διαδραστικά ηλεκτρονικά παιχνίδια ήταν προγραμματισμένο να παραδοθούν στο κοινό επ΄ ευκαιρία των Ολυμπιακών Αγώνων της Αθήνας. Καθυστέρησαν επί μία τετραετία διότι προσέκρουσαν σε σοβαρά στατικά αλλά και εργολαβικά προβλήματα κατά τη μετατροπή των υπογείων του σεισμόπληκτου διατηρητέου κτιρίου σε σύγχρονη αίθουσα πολυμέσων. Νεωτερισμός υπάρχει και στις αίθουσες του ισογείου, όπου εκτίθενται οι πραγματικές αρχαιότητες. Ένα σύστημα ρομποτικών βραχιόνων επιτρέπει σε άτομα με προβλήματα όρασης να «δουν», αγγίζοντας με τις άκρες των δακτύλων, τρισδιάστατα ομοιώματα αρχαίων ελληνικών αγαλμάτων. Για τους ειδικούς, υπάρχει πρόσβαση σε πλούσια ηλεκτρονική βιβλιοθήκη. Το μόνο που χρειάζεται για να λειτουργήσει σωστά η ψηφιακή έκθεση είναι καλή συντήρηση και ειδικευμένο προσωπικό φύλαξης για τον χειρισμό των ευαίσθητων ψηφιακών συστημάτων. Ωστόσο, ένα ακόμη, σημαντικό, πρόβλημα είναι ότι το... ασανσέρ που οδηγεί στον μαγικό ψηφιακό ολυμπιακό κόσμο δεν λειτουργεί!

Κυριακή 14 Σεπτεμβρίου 2008

Ιστορικό πλαίσιο ευριπίδειας "Ελένης": άρθρο Αυγ. Ζενάκου στην εφ. Βήμα



ΣΙΚΕΛΙΚΗ ΕΚΣΤΡΑΤΕΙΑ (415-413 π.X.)
H MAXH

ΑΥΓΟΥΣΤΙΝΟΣ ΖΕΝΑΚΟΣ













Ο Αθηναίος ιστορικός Θουκυδίδης περιέγραψε
τα 20 από τα 27 χρόνια του Πελοποννησιακού Πολέμου.

O Πελοποννησιακός Πόλεμος (431-404 π.X.) χωρίζεται σε δύο περιόδους. Κατά τη διάρκεια της πρώτης, η οποία διήρκεσε 10 χρόνια και ονομάστηκε Αρχιδάμειος πόλεμος, από τον σπαρτιάτη βασιλιά Αρχίδαμο B' που είχε εισβάλει στην Αττική, είχαν γίνει ανάμεσα στην Αθήνα και στη Σπάρτη, τις δύο κορυφαίες πόλεις-κράτη της αρχαίας Ελλάδας και ηγέτιδες των δύο εμπολέμων παρατάξεων, απόπειρες για τον τερματισμό του με συμβιβαστική λύση. Καμία όμως από αυτές δεν είχε οδηγήσει στη σύναψη ειρήνης και στην οριστική κατάπαυση των εχθροπραξιών, στις οποίες είχε εμπλακεί το σύνολο του ελληνικού κόσμου.

H σημαντικότερη από αυτές τις απόπειρες ήταν η λεγόμενη Νικίειος ειρήνη, η οποία ήρθε ύστερα από 10 χρόνια πολέμου, το 421 π.X., και όφειλε το όνομά της στον Αθηναίο πολιτικό και στρατηγό Νικία, ένθερμο υποστηρικτή της ειρηνικής διευθέτησης. H συμφωνία ήταν προς το συμφέρον της Αθήνας, νίκη της ουσιαστικά, αφού οι σύμμαχοι της Σπάρτης δεν είχαν όλοι δεχθεί να υπογράψουν την ειρήνη, και έτσι η Αθήνα είχε απέναντί της διαιρεμένους αντιπάλους, με εξουδετερωμένο, χάρη στη συμφωνία, τον μόνο επίφοβο από αυτούς.
H Νικίειος ειρήνη ωστόσο δεν επρόκειτο να αποδειχθεί οριστική. Οι σημαντικότεροι από τους όρους της δεν τηρήθηκαν και τα έξι χρόνια που διήρκεσε υπήρξαν ιδιαιτέρως ανήσυχα, με έντονες διπλωματικές ζυμώσεις και αλλαγές στρατοπέδου από τις διάφορες δυνάμεις, καθώς και με σοβαρές περιφερειακές συγκρούσεις.

Μία από τις αγριότερες μεταξύ αυτών των συγκρούσεων έλαβε χώρα στη νήσο Μήλο το 416 π.X. Ηδη με την έναρξη του πολέμου η Μήλος είχε υιοθετήσει στάση ουδετερότητας. Μολοντούτο, το 426 π.X. οι Αθηναίοι είχαν επιχειρήσει να της επιβάλουν την ηγεμονία τους. Επικεφαλής ισχυρής δύναμης ο Νικίας είχε τότε αποβιβαστεί στο έδαφός της, αλλά αντιμετώπισε τη σθεναρή αντίσταση των Μηλίων, τους οποίους δεν κατόρθωσε να καθυποτάξει, και έτσι περιορίστηκε να λεηλατήσει το νησί.

Δέκα χρόνια αργότερα η Αθήνα πρόβαλε την ίδια απαίτηση υποσχόμενη αυτή τη φορά ότι δεν επρόκειτο να λάβει μέτρα κατά της Μήλου, αν το νησί δεχόταν να καταβάλει τον συμμαχικό φόρο. Οι Μήλιοι αρνήθηκαν πάλι να υποταχθούν εμμένοντας στην ουδετερότητα και αντιστάθηκαν πεισματικά στην εισβολή των Αθηναίων. Τελικά όμως ηττήθηκαν, και οι Αθηναίοι κατέλαβαν τη Μήλο. Για τιμωρία οι νικητές θανάτωσαν όλους τους μάχιμους άρρενες κατοίκους της και δούλωσαν τα γυναικόπαιδα.






Αλλά η επιχείρηση που επρόκειτο να αποτελέσει μοιραίο πλήγμα για την ειρήνη και να οδηγήσει ουσιαστικά στην έναρξη της δεύτερης περιόδου του Πελοποννησιακού Πολέμου ήταν η ολέθρια για τους Αθηναίους εκστρατεία τους στη Σικελία (415-413 π.X.). Εκεί δόθηκε η κρισιμότερη μάχη όλου του Πελοποννησιακού Πολέμου, η οποία και προκαθόρισε σε μεγάλο βαθμό την έκβασή του ύστερα από μία δεκαετία. Ο Αθηναίος ιστορικός Θουκυδίδης, ο οποίος έζησε τον Πελοποννησιακό Πόλεμο και είχε ενεργό συμμετοχή σε αυτόν και περιέγραψε τα πρώτα 20 από τα 27 χρόνια του στη λεγόμενη Συγγραφή του, αφιερώνει στην εξιστόρηση της σικελικής εκστρατείας τα συγκλονιστικότερα κεφάλαια του αθάνατου έργου του.

Αφορμή για την εκστρατεία υπήρξε η Εγεστα, πόλη της Βορειοδυτικής Σικελίας, η οποία, ευρισκόμενη σε σύγκρουση με τον γειτονικό της Σελινούντα, υποστηριζόμενο από τις Συρακούσες, έστειλε στην Αθήνα αντιπροσώπους της, για να ζητήσει βοήθεια επικαλούμενη παλαιούς συμμαχικούς δεσμούς. Αλλά η πραγματική αιτία του παράτολμου εγχειρήματος των Αθηναίων ήταν η επιθυμία τους να κατακτήσουν όλη τη Σικελία. Οι χαλκευμένες ειδήσεις για τον πλούτο της Εγεστας παρόξυναν αυτή την επιθυμία τους, την οποία εκμεταλλεύθηκε επιδέξια ο φιλόδοξος νεαρός πολιτικός Αλκιβιάδης.

H απόφαση και η ιεροσυλία















Ο Αθηναίος οπλίτης αποχαιρετά τη σύζυγό του. Παράσταση σε λευκή λήκυθο του 5ου αιώνα π.X. (Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο)


Γόνος αρχοντικής και πλούσιας οικογένειας ο Αλκιβιάδης, ο οποίος είχε χάσει μικρός τον πατέρα του και μεγάλωσε υπό την κηδεμονία του συγγενούς του μεγάλου Αθηναίου πολιτικού Περικλή, ήταν ιδιαίτερα ευειδής, ευφυής και ευφραδής. Ήταν όμως επίσης ανενδοίαστος, ανεύθυνος και ανερμάτιστος, και διήγε έκλυτο βίο. Στη σικελική εκστρατεία είδε την ευκαιρία να ικανοποιήσει την άμετρη φιλοδοξία του για αναγνώριση και δύναμη. Με τις ομιλίες του προς τους Αθηναίους πολίτες κατόρθωσε να τους πείσει ότι η εκστρατεία έπρεπε να γίνει, υπερισχύοντας του συνετού Νικία, ο οποίος στις δικές του ομιλίες είχε ταχθεί κατά του εγχειρήματος. Αποφασίστηκε μάλιστα να είναι ο Αλκιβιάδης ένας από τους τρεις στρατηγούς της εκστρατείας μαζί με τον Λάμαχο και τον διόλου πρόθυμο Νικία.

Καταπιάστηκαν λοιπόν οι Αθηναίοι με τις προετοιμασίες για τη μεγάλη στρατιωτική επιχείρηση, αλλά λίγο προτού το εκστρατευτικό σώμα αναχωρήσει για τη Σικελία, τρομερό σκάνδαλο ξέσπασε στην Αθήνα: ένα πρωί οι τετράπλευρες ερμαϊκές στήλες που είχαν λαξευμένη επάνω τους γενειοφόρο κεφαλή του Ερμή και που ήταν τοποθετημένες σε διάφορα σημεία της πόλης, οι Ερμαί, όπως τις έλεγαν, βρέθηκαν με τα πρόσωπα σπασμένα («περιεκόπησαν τα πρόσωπα» λέει ο Θουκυδίδης). H ιερόσυλη πράξη αναστάτωσε τους Αθηναίους. Την ερμήνευσαν ως άσχημο οιωνό εν όψει της εκστρατείας αλλά και της απέδωσαν πολιτική σημασία θεωρώντας τη μέρος συνωμοσίας για την ανατροπή της δημοκρατίας. Όρισαν λοιπόν υψηλή αμοιβή για όποιον θα έδινε στις αρχές πληροφορίες σχετικά με τους δράστες του εγκλήματος.
Οι ένοχοι, οι ερμοκοπίδες, όπως τους είπαν, δεν βρέθηκαν. Οι φήμες όμως έδειχναν προς τον κύκλο του Αλκιβιάδη, για τον οποίο καταγγέλθηκε επίσης με την ευκαιρία ότι είχε βεβηλώσει τα ελευσίνια μυστήρια παρωδώντας τα. Οι πολιτικοί αντίπαλοί του, που τον έβρισκαν εμπόδιο στις επιδιώξεις τους να κυριαρχήσουν στην πόλη, εξερέθιζαν τα πνεύματα. Ο ίδιος ο Αλκιβιάδης δήλωνε πρόθυμος να δικαστεί και να θανατωθεί, αν κρινόταν ένοχος των κατηγοριών που του αποδίδονταν. H τελική απόφαση ήταν να αναχωρήσει ο Αλκιβιάδης μαζί με το εκστρατευτικό σώμα και να δικαστεί μετά την επιστροφή του από τη Σικελία.

Ο απόπλους του στόλου













Ο ναός της Αθηνάς στις Συρακούσες


Στη Σικελία και στην Κάτω Ιταλία υπήρχαν τότε αρκετές ακμάζουσες ελληνικές πόλεις, με ισχυρότερη ανάμεσά τους τις Συρακούσες, που λόγω της ισχύος τους αποτελούσαν πηγή ανησυχίας για πολλές από τις υπόλοιπες, οι οποίες είχαν κατά καιρούς ζητήσει βοήθεια από την Ελλάδα για την αντιμετώπιση του κινδύνου. Οι Σικελιώτες και οι Ιταλιώτες, δηλαδή οι κάτοικοι των ελληνικών πόλεων της Σικελίας και της Κάτω Ιταλίας, είχαν οι περισσότεροι δεσμούς με κάποια από τις πόλεις της μητροπολιτικής Ελλάδας. Αλλά οι μεταξύ τους πόλεμοι τους απασχολούσαν τόσο που δεν τους άφηναν περιθώρια για να ενδιαφερθούν εμπράκτως για τα τεκταινόμενα προς Ανατολάς. Το ίδιο άλλωστε ίσχυε λίγο-πολύ και για τις ελλαδικές πόλεις, με εξαίρεση την Αθήνα, η οποία, στο πλαίσιο της γενικότερης επεκτατικής πολιτικής της, είχε και άλλοτε επιχειρήσει να βάλει πόδι στη Σικελία αλλά χωρίς αποτέλεσμα.
Αυτό το κατακτητικό όνειρο ήρθε να αφυπνίσει τώρα ο Αλκιβιάδης με τη θερμή συνηγορία του υπέρ της εκστρατείας στη Σικελία. Ο στόλος που ξεκίνησε από τον Πειραιά κατά τα μέσα του καλοκαιριού του 415 π.X. ήταν ο εντυπωσιακότερος που είχε ποτέ αποπλεύσει από ελληνικό λιμάνι. Ο Θουκυδίδης εξαίρει με ζωηρά χρώματα τον πλούτο των εφοδίων του και την τελετουργική λαμπρότητα του απόπλου, και οι σκηνές εκείνου του πρωινού όπως τις περιγράφει καλύπτουν μερικές από τις ωραιότερες σελίδες του. Ολος ο πληθυσμός της Αθήνας είχε κατέβει στο λιμάνι, «τους σφετέρους εαυτών έκαστοι προπέμποντες, οι μεν εταίρους, οι δε υιείς, και μετ' ελπίδος τε άμα ιόντες και ολοφυρμών, τα μεν ως κτήσοιντο, τους δ' εί ποτε όψοιντο, ενθυμούμενοι όσον πλουν εκ της σφετέρας απεστέλλοντο» («για να ξεπροβοδίσουν ο καθένας τους δικούς του, άλλοι τους φίλους τους, άλλοι τα παιδιά τους, και πορεύονταν με ελπίδα και μαζί με κλάματα, από τη μία για τα όσα θα αποκτούσαν και από την άλλη επειδή άραγε θα τους ξανάβλεπαν, καθώς αναλογίζονταν πόσο μακριά από την πατρίδα ήταν το ταξίδι για το οποίο ξεκινούσαν»).

Πρώτος σταθμός του εκστρατευτικού σώματος ήταν η Κέρκυρα, όπου οι Αθηναίοι και όσοι από τους συμμάχους τους είχαν ξεκινήσει μαζί τους συναντήθηκαν με τις υπόλοιπες συμμαχικές δυνάμεις. Για τη Σικελία απέπλευσαν συνολικά περίπου 150 πλοία, πολεμικά και βοηθητικά, και περισσότεροι από 5.000 άνδρες, από τους οποίους Αθηναίοι ήταν σχεδόν το ένα τρίτο. Ακόμη, σύμφωνα με υπολογισμούς, τα πληρώματα των πλοίων και μόνο υπερέβαιναν τις 25.000 άνδρες. Οι πόλεις της Σικελίας δεν υποδέχθηκαν καθόλου φιλικά το αθηναϊκό εκστρατευτικό σώμα. Οι περισσότερες δεν του επέτρεψαν την είσοδο στο έδαφός τους, μερικές μάλιστα του αρνήθηκαν ακόμη και τον ανεφοδιασμό με νερό.

H πανωλεθρία στις Επιπολές









Το αρχαίο θέατρο στις Συρακούσες




Οι στρατηγοί κατάστρωναν ακόμη τα σχέδια των κινήσεών τους και οι επιχειρήσεις στη Σικελία δεν είχαν καλά-καλά αρχίσει, όταν ένα αναπάντεχο γεγονός ήρθε να αναστατώσει το στράτευμα: η Αθήνα ανακαλούσε τον Αλκιβιάδη για να τον δικάσει για τις κατηγορίες που τον βάραιναν, είχε μάλιστα στείλει στη Σικελία για να τον παραλάβει το ειδικό ιερό πλοίο, τη Σαλαμινία. Ο Αλκιβιάδης έδειξε να υποτάσσεται πειθήνια στην εντολή, αλλά καθ' οδόν προς την Αθήνα ξεγέλασε τη συνοδεία και δραπέτευσε για να καταφύγει στον εχθρό, στη Σπάρτη. H απροσδόκητη αυτή εξέλιξη ανέτρεψε τα στρατηγικά σχέδια των Αθηναίων και είχε σοβαρή αρνητική επίδραση στο ηθικό του στρατού.

Κατά το πρώτο διάστημα μετά την άφιξή τους στη Σικελία οι Αθηναίοι και οι σύμμαχοί τους επιδόθηκαν σε επιχειρήσεις ήσσονος σημασίας και σε μετακινήσεις του στρατοπέδου τους. Αυτή η έλλειψη αποφασιστικής δράσης εκ μέρους τους έδωσε την ευκαιρία στους Συρακουσίους, υπό την ηγεσία του συντηρητικού πολιτικού Ερμοκράτη, να ενισχύσουν την άμυνά τους τόσο με αύξηση του έμψυχου υλικού όσο και με βελτίωση των οχυρώσεων. Επίσης οι Συρακούσιοι έστειλαν αντιπροσωπεία στη Σπάρτη και στην Κόρινθο για να ζητήσουν βοήθεια.
Την άνοιξη του 414 π.X. οι επιχειρήσεις μπήκαν σε αποφασιστικό στάδιο για την τελική επίθεση κατά των Συρακουσών. Στις προκαταρκτικές συμπλοκές γύρω από την πόλη οι Αθηναίοι αναδεικνύονταν νικητές, ενώ άρχισαν και να οικοδομούν τείχος για τον αποκλεισμό της από την ξηρά. Οι Συρακούσιοι δοκίμασαν να τους εμποδίσουν αλλά ο εχθρός εξουδετέρωνε τις απόπειρές τους. Σε μια από τις συμπλοκές σκοτώθηκε ο Λάμαχος αφήνοντας τον Νικία μόνο του στην ηγεσία του εκστρατευτικού σώματος. Παρ' όλα αυτά η κατάσταση ήταν εξαιρετικά ευνοϊκή για τους Αθηναίους και φάνηκε ότι οι Συρακούσες δεν θα αργούσαν να πέσουν στα χέρια τους.

H κατάσταση άλλαξε όταν οι Σπαρτιάτες αποφάσισαν να ακολουθήσουν τις συμβουλές του Αλκιβιάδη και να στείλουν ενισχύσεις στις Συρακούσες. Ανέθεσαν τη διοίκηση στον στρατηγό Γύλιππο, που έφθασε στη Σικελία επικεφαλής δυνάμεων της πελοποννησιακής συμμαχίας, τις οποίες λίγο αργότερα ακολούθησαν και άλλες.

Τα πράγματα τώρα άρχισαν να γίνονται όλο και πιο δύσκολα για τους Αθηναίους. Οι συγκρούσεις με τον εχθρό έφθειραν τις δυνάμεις τους και οι αντίπαλοί τους έπαιρναν το πάνω χέρι. Ο Νικίας ανησυχούσε σοβαρά για την τύχη του εκστρατευτικού σώματος. Ζήτησε λοιπόν ενισχύσεις από την Αθήνα, οι οποίες έφθασαν σε δύο τμήματα και με αρκετή καθυστέρηση, το πρώτο την άνοιξη του 413 π.X. υπό τον στρατηγό Ευρυμέδοντα και το δεύτερο μετά τα μέσα Ιουλίου του ίδιου χρόνου υπό τον στρατηγό Δημοσθένη.

Με την άφιξη των ενισχύσεων οι Αθηναίοι αναθάρρησαν και θέλησαν να πάρουν ξανά στα χέρια τους την πρωτοβουλία των κινήσεων. Ετσι ο Δημοσθένης αποφάσισε να επιτεθεί κατά των Επιπολών, οχυρωμένου και απόκρημνου οροπεδίου στα βόρεια των Συρακουσών. Ξεκίνησε νωρίς κάποια νύχτα οδηγώντας τον στρατό ενώ ο Νικίας έμεινε κάτω, κοντά στα τείχη της πόλης. H πρώτη φάση της επιχείρησης πήγε καλά για τους επιδρομείς. Οι Συρακούσιοι και οι σύμμαχοί τους, που δεν περίμεναν την επίθεση, αιφνιδιάστηκαν και δεν μπόρεσαν να αντιδράσουν. Πρώτη προέβαλε αντίσταση μια μονάδα Βοιωτών, οι οποίοι κατόρθωσαν όχι μόνο να ανακόψουν την επίθεση των Αθηναίων αλλά και να τους τρέψουν σε φυγή.

Από τη στιγμή εκείνη και μετά οι Αθηναίοι περιήλθαν σε απερίγραπτη σύγχυση. Ηταν νύχτα και υπήρχε βέβαια «σελήνη λαμπρά», λέει ο Θουκυδίδης, αλλά το φως της δεν επαρκούσε για να διακρίνονται οι λεπτομέρειες. Πολλοί οπλίτες και των δύο στρατών στριφογύριζαν σαν χαμένοι σε έναν στενό χώρο. Από τους Αθηναίους άλλοι είχαν ήδη ηττηθεί, άλλοι συνέχιζαν τις εφορμήσεις τους και άλλοι εξακολουθούσαν να ανεβαίνουν στο οροπέδιο και δεν ήξεραν προς τα πού να κατευθυνθούν. Οι Συρακούσιοι από την πλευρά τους εκμεταλλεύθηκαν με τον καλύτερο τρόπο τη σύγχυση του εχθρού προκαλώντας του μεγάλες απώλειες. Μερικοί Αθηναίοι ρίχνονταν στον γκρεμό και σκοτώνονταν. Αλλοι κατόρθωσαν να επιστρέψουν στο στρατόπεδό τους και να σωθούν. Αλλοι τέλος έχασαν τον δρόμο και κατέληξαν στην πεδιάδα. Αυτούς, όταν ξημέρωσε, τους περικύκλωσε το ιππικό των Συρακουσίων και τους έσφαξε.

H τρομερή ναυμαχία











Ο Αλκιβιάδης είδε στη Σικελική Εκστρατεία την ευκαιρία να ικανοποιήσει την άμετρη φιλοδοξία του





Το θλιβερό επεισόδιο των Επιπολών προβλημάτισε τους αθηναίους στρατηγούς που είδαν τώρα με μεγαλύτερη ενάργεια πόσο εξαντλημένος ήταν ο στρατός από τη μακρά παραμονή σε ξένη χώρα, από τις συνεχείς μάχες και τις κακουχίες και από την ελονοσία, καθώς είχε καλοκαιριάσει και η περιοχή ήταν βαλτώδης. Ο Δημοσθένης πρότεινε τον τερματισμό της εκστρατείας και την επιστροφή στην πατρίδα. Ο Νικίας αντιτάχθηκε αρχικά σε αυτή την πρόταση με επιχειρήματα κυρίως πολιτικά αλλά και στρατιωτικά. Οι αντιρρήσεις του όμως δεν άργησαν να καμφθούν καθώς η κατάσταση χειροτέρευε διαρκώς για τους Αθηναίους.

Δόθηκε λοιπόν η διαταγή να διαλυθεί το στρατόπεδο. Οταν όμως όλα είχαν ετοιμαστεί για την αποχώρηση, έγινε έκλειψη σελήνης. Οι περισσότεροι Αθηναίοι τη θεώρησαν κακό οιωνό και ζήτησαν να αναβληθεί η αποχώρηση. Ο Νικίας, υπερβολικά προληπτικός («ην γαρ τι και άγαν θειασμώ τε και τω τοιούτω προσκείμενος» λέει ο Θουκυδίδης), αρνήθηκε να δώσει τη διαταγή της αποχώρησης προτού παρέλθουν 27 ημέρες (τρεις φορές εννέα), όπως είχαν υποδείξει οι μάντεις.

Οι Συρακούσιοι εν τω μεταξύ, αντιλαμβανόμενοι τις δυσκολίες των αντιπάλων τους και έχοντας λάβει και άλλες ενισχύσεις, άρχισαν να επιτίθενται τόσο στην ξηρά όσο και στη θάλασσα, στο κεντρικό λιμάνι της πόλης τους, όπου βρισκόταν ο αθηναϊκός στόλος. Την πρώτη ημέρα της επίθεσής τους επέφεραν μικρές απώλειες στους Αθηναίους στην ξηρά. Την επομένη επιτέθηκαν με 76 πλοία ενώ ταυτόχρονα το πεζικό τους εξαπέλυε επίθεση στην ξηρά. Οι Αθηναίοι αντιπαρέταξαν 86 πλοία. Ο Ευρυμέδων με το δεξιό κέρας του αθηναϊκού στόλου επιχείρησε να περικυκλώσει τα εχθρικά πλοία αλλά παρασύρθηκε προς την ξηρά και οι Συρακούσιοι, αφού εξουδετέρωσαν το κέντρο του αθηναϊκού σχηματισμού, τον απομόνωσαν στον μυχό του λιμανιού και τον σκότωσαν καταστρέφοντας το πλοίο του και όσα άλλα πλοία τον είχαν ακολουθήσει. Κατόπιν καταδίωξαν και τα υπόλοιπα αθηναϊκά πλοία και τα εξώθησαν προς τη στεριά.

Ο Γύλιππος από την ξηρά, βλέποντας τα διαδραματιζόμενα, έσπευσε με μέρος του στρατού του να καταλάβει την παραλία για να εξολοθρεύσει τους Αθηναίους που έβγαιναν από τα πλοία και για να βοηθήσει τους Συρακουσίους να τα καταλάβουν και να τα τραβήξουν στη στεριά. Προσέτρεξαν και άλλοι Συρακούσιοι καθώς και σύμμαχοί τους, αλλά οι Αθηναίοι υπερίσχυσαν, τους έτρεψαν σε φυγή σκοτώνοντας πολλούς από αυτούς, και έσωσαν τα περισσότερα πλοία τους, τα οποία συγκέντρωσαν κοντά στο στρατόπεδό τους.

Οι Συρακούσιοι όμως δεν είχαν πει την τελευταία τους λέξη. H επόμενη κίνησή τους ήταν να φράξουν το στενό στόμιο του λιμανιού παρατάσσοντας δίπλα δίπλα διαφόρων ειδών αγκυροβολημένα σκάφη ώστε τα αθηναϊκά πλοία να μην μπορούν να εκπλεύσουν.

Τα αθηναϊκά πλοία ξεκίνησαν αμέσως προς το φράγμα για να προσπαθήσουν να εκβιάσουν την έξοδό τους. Οι Συρακούσιοι, αφού τοποθέτησαν μερικά δικά τους πλοία να φυλάνε την έξοδο, παρέταξαν τον υπόλοιπο στόλο τους σε ημικύκλιο μέσα στο λιμάνι ώστε να μπορούν να επιτεθούν κατά των αντιπάλων τους από όλες τις πλευρές. Οταν οι Αθηναίοι πλησίασαν στο φράγμα, κατόρθωσαν να απωθήσουν τα πλοία που το φρουρούσαν αλλά αμέσως δέχθηκαν τις επιθέσεις των υπολοίπων από διάφορες κατευθύνσεις, και η ναυμαχία άρχισε από το φράγμα και εξαπλώθηκε σε όλο το λιμάνι «και ην καρτερά και οία ουχ ετέρα των προτέρων» κατά τα λόγια του Θουκυδίδη, σφοδρή δηλαδή και τέτοια που όμοιά της δεν είχε γίνει στο παρελθόν.

H ορμή των αντιπάλων ήταν μεγάλη και η έκταση του λιμανιού πολύ μικρή για τόσο πολλά πλοία, σχεδόν 200 όλα μαζί. Δεν υπήρχε αρκετός χώρος για ελιγμούς και τα πλοία στριμώχνονταν μεταξύ τους, και συχνά, ενώ δύο από αυτά ήταν κολλημένα μεταξύ τους λόγω εμβολισμού, ένα τρίτο ερχόταν να κολλήσει και αυτό, και δεν μπορούσαν να απαλλαγούν το ένα από το άλλο. Ο θόρυβος ήταν εκκωφαντικός από τις συνεχείς συγκρούσεις των πλοίων, από τους αλαλαγμούς των πολεμιστών και από τις κραυγές των κελευστών οι οποίοι αναγκάζονταν να επαναλαμβάνουν πολλές φορές τα παραγγέλματα για να μπορέσουν να ακουστούν, ενώ βροχή έπεφταν τα βέλη, τα ακόντια και οι πέτρες από το ένα πλοίο στο άλλο.

Νικητές στην πεισματική αναμέτρηση αναδείχθηκαν οι Συρακούσιοι. Ετρεψαν σε φυγή τους Αθηναίους, από τους οποίους, όσοι δεν χάθηκαν στη θάλασσα, βγήκαν στην ξηρά και έτρεξαν να σωθούν στο στρατόπεδό τους.

H τελική καταστροφή




Τα λατομεία των Συρακουσών, όπου κατέληξαν οι περισσότεροι αθηναίοι αιχμάλωτοι.
Οι Αθηναίοι δεν είχαν πλέον άλλη λύση παρά να δοκιμάσουν να διαφύγουν διά ξηράς προς κάποια φιλική περιοχή. Ξεκίνησαν την τρίτη ημέρα μετά τη ναυμαχία χωρισμένοι σε δύο τμήματα, ένα υπό τον Νικία και ένα υπό τον Δημοσθένη, και η πορεία τους διήρκεσε οκτώ ημέρες. Δεν ήταν όμως πορεία προς τη σωτηρία αλλά προς τον όλεθρο. Μάχονταν αδιάκοπα εναντίον του Γυλίππου και των Συρακουσίων που τους καταδίωκαν. Το τμήμα του Δημοσθένη, που βραδυπορούσε, παραδόθηκε πρώτο. Το τμήμα του Νικία πάσχιζε να φθάσει στον ποταμό Ασίναρο όχι μόνο με την ελπίδα ότι διαβαίνοντάς τον θα γλίτωνε αλλά και για να σβήσει τη δίψα που το βασάνιζε. Εφθασαν στον ποταμό βαλλόμενοι από βέλη και ακόντια. Ρίχτηκαν στα νερά του για να περάσουν και για να πιουν, άτακτα, στριμωγμένοι, πέφτοντας ο ένας πάνω στον άλλο, ποδοπατώντας ο ένας τον άλλο. Οι Συρακούσιοι, ψηλά από την όχθη, πύκνωναν τις βολές τους. Αθηναίοι έπεφταν συνεχώς σκοτωμένοι. Οι Πελοποννήσιοι κατέβηκαν στην κοίτη και βάλθηκαν να σφάζουν όσους βρίσκονταν εκεί. Το αναταραγμένο νερό ήταν γεμάτο αίμα. Οι ζωντανοί εξακολουθούσαν να πίνουν. Τελικά παραδόθηκε και το τμήμα του Νικία.

H τύχη των αιχμαλώτων υπήρξε τραγική. Οι στρατηγοί Νικίας και Δημοσθένης εκτελέστηκαν δημοσία. Οι υπόλοιποι οδηγήθηκαν στα λατομεία όπου έζησαν υπό συνθήκες αφάνταστα σκληρές. Αλλά όχι για πολύ. Οι περισσότεροι δεν άντεξαν στην πείνα και στη δίψα, στις αρρώστιες, στις κακουχίες. Πολλοί πουλήθηκαν ως δούλοι και γέμισε από αυτούς η Σικελία.

Απίστευτα μικρός ήταν ο αριθμός εκείνων που κατόρθωσαν να γυρίσουν στην πατρίδα τους από τις 40.000-50.000 άνδρες που είχαν λάβει μέρος στη σικελική εκστρατεία.

Εν τω μεταξύ στην Ελλάδα ο Πελοποννησιακός Πόλεμος είχε ξαναρχίσει με όλη του την αγριότητα. Θα διαρκούσε άλλα 10 χρόνια, ως το 404 π.X., και θα έληγε με την οριστική συντριβή της Αθήνας.

KEMENA: ΙΩΑΝΝΑ ΖΟΥΛΑ
Το ΒΗΜΑ, 15/06/2003
http://tovima.dolnet.gr/print_article.php?e=B&f=13888&m=Y08&aa=1