Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα γραμματική. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα γραμματική. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 22 Φεβρουαρίου 2012

Κλίση ενεργητικής και μέσης φωνής στην οριστική - στο απαρέμφατο - στη μετοχή


ΕΝΕΡΓΗΤΙΚΗ ΦΩΝΗ (ΟΡΙΣΤΙΚΗ – ΑΠΑΡΕΜΦΑΤΟ – ΜΕΤΟΧΗ)

Ενεστώτας
Παρατατικός
Μέλλοντας
Αόριστος
Παρακείμενος
Υπερσυντέλικος
ΟΡΙΣΤΙΚΗ
παιδεύ-ω
παιδεύ-εις
παιδεύ-ει
παιδεύ-ομεν
παιδεύ-ετε
παιδεύ-ουσι(ν)
ἐ-παίδευ-ον
ἐ-παίδευ-ες
ἐ-παίδευ-ε
ἐ-παιδεύ-ομεν
ἐ-παιδεύ-ετε
ἐ-παίδευ-ον
παιδεύσ-ω
παιδεύσ-εις
παιδεύσ-ει
παιδεύσ-ομεν
παιδεύσ-ετε
παιδεύσ-ουσι(ν)
ἐ-παίδευ-σ-α
ἐ-παίδευ-σ-ας
ἐ-παίδευ-σ-ε
ἐ-παιδεύ-σ-αμεν
ἐ-παιδεύ-σ-ατε
ἐ-παίδευ-σ-αν
πε-παίδευ-κ-α
πε-παίδευ-κ-ας
πε-παίδευ-κ-ε
πε-παιδεύ-κ-αμεν
πε-παιδεύ-κ-ατε
πε-παιδεύ-κ-ασι(ν)
ἐ-πε-παιδεύ-κ-ειν
ἐ-πε-παιδεύ-κ-εις
ἐ-πε-παιδεύ-κ-ει
ἐ-πε-παιδεύ-κ-εμεν
ἐ-πε-παιδεύ-κ-ετε
ἐ-πε-παιδεύ-κ-εσαν


[Χειλικόληκτα]
πέμ-ψ-ω


πέπομ-φ-α



[Ουρανικόληκτα]
ταρά-ξ-ω


τετάρα-χ-α



[Οδοντικόληκτα]
πεί-σ-ω


πέπει-κ-α

ΑΠΑΡΕΜΦΑΤΟ
παιδεύ-ειν
-
παιδεύσ-ειν
παιδεῦσ-αι
πεπαιδευκ-έναι
-
ΜΕΤΟΧΗ
παιδεύ-ων
παιδεύ-ουσα
παιδεῦ-ον
-
παιδεύσ-ων
παιδεύσ-ουσα
παιδεῦσ-ον
παιδεύσ-ας
παιδεύσ-ασα
παιδεῦσ-αν
πεπαιδευκ-ώς
πεπαιδευκ-υῖα
πεπαιδευκ-ός
-

ΜΕΣΗ ΦΩΝΗ (ΟΡΙΣΤΙΚΗ – ΑΠΑΡΕΜΦΑΤΟ – ΜΕΤΟΧΗ)

Ενεστώτας
Παρατατικός
Μέλλοντας
Αόριστος
Παρακείμενος
Υπερσυντέλικος
ΟΡΙΣΤΙΚΗ
παιδεύ-ομαι
παιδεύ-ει / ῃ
παιδεύ-εται
παιδευ-όμεθα
παιδεύ-εσθε
παιδεύ-ονται
ἐ-παιδευ-όμην
ἐ-παιδεύ-ου
ἐ-παιδεύ-ετο
ἐ-παιδευ-όμεθα
ἐ-παιδεύ-εσθε
ἐ-παιδεύ-οντο
παιδεύσ-ομαι
παιδεύσ-ει / ῃ
παιδεύσ-εται
παιδευσ-όμεθα
παιδεύσ-εσθε
παιδεύσ-ονται
ἐ-παιδευ-σ-άμην
ἐ-παιδεύ-σ-ω
ἐ-παιδεύ-σ-ατο
ἐ-παιδευ-σ-άμεθα
ἐ-παιδεύ-σ-ασθε
ἐ-παιδεύ-σ-αντο
πε-παίδευ-μαι
πε-παίδευ-σαι
πε-παίδευ-ται
πε-παιδεύ-μεθα
πε-παίδευ-σθε
πε-παίδευ-νται
/πεπαιδευμένοι/αι/α εἰσί(ν)
ἐ-πε-παιδεύ-μην
ἐ-πε-παίδευ-σο
ἐ-πε-παίδευ-το
ἐ-πε-παιδεύ-μεθα
ἐ-πε-παίδευ-σθε
ἐ-πε-παίδευ-ντο
/ πεπαιδευμένοι/αι/α ἦσαν


[Χειλικόληκτα]
πέμ-ψ-ομαι


*



[Ουρανικόληκτα]
ταρά-ξ-ομαι


*



[Οδοντικόληκτα]
πεί-σ-ομαι


*

ΑΠΑΡΕΜΦΑΤΟ
παιδεύ-εσθαι
-
παιδεύσ-εσθαι
παιδεύσ-ασθαι
πεπαιδεῦ-σθαι
-
ΜΕΤΟΧΗ
παιδευόμενος
παιδευομένη
παιδευόμενον

παιδευσόμενος
παιδευσομένη
παιδευσόμενον
παιδευσάμενος
παιδευσαμένη
παιδευσάμενον
πεπαιδευμένος
πεπαιδευμένη
πεπαιδευμένον



Τρίτη 7 Φεβρουαρίου 2012

Α' Κλίση ουσιαστικών


Στρογγυλεμένο ορθογώνιο: Αρχαία Ελληνικά
Φυλλάδιο 13
Γ’ Μέρος: Α’ Κλίση Ουσιαστικών
Πλαίσιο κειμένου: Ι. Αρσενικά Ουσιαστικά σε –ας και –ης
ΙΙ. Θηλυκα Ουσιαστικά σε –α και –η
*** ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΟΥΝ ΟΥΔΕΤΕΡΑ
 





·        ΑΡΣΕΝΙΚΑ
ὁ νεανί-ας
τοῦ νεανί-ου
τῷ νεανί-ᾳ
τὸν νεανί-αν
ὦ νεανί-α
ὁ Ἀτρείδ-ης
τοῦ Ἀτρείδ-ου
τῷ Ἀτρείδ-ῃ
τὸν Ἀτρείδ-ην
ὦ Ἀτρείδ-η
ὁ πολίτης



ὦ πολῖτα
ὁ δικαστής



ὦ δικαστής
οἱ νεανί-αι
τῶν νεανι-ῶν
τοῖς νεανί-αις
τοὺς νεανί-ας
ὦ νεανί-αι
οἱ



·        ΘΗΛΥΚΑ
ἡ ἰδέ-α
τῆς ἰδέ-ας
τῇ ἰδέ-ᾳ
τὴν ἰδέ-αν
ὦ ἰδέ-α
ἡ χώρ-α
ἡ γλῶττ-α
τῆς γλώττ-ης
τῇ γλώττ-ῃ
τὴν γλῶττ-αν
ὦ γλῶττ-α
ἡ μάχ-η
τῆς μάχ-ης
τῇ μάχ-ῃ
τὴν μάχ-ην
ὦ μάχ-η
αἱ ἰδέ-αι
τῶν ἰδε-ῶν
ταῖς ἰδέ-αις
τὰς ἰδέ-ας
ὦ ἰδέ-αι

αἱ

αἱ


ἡ ἀλήθεια
τῆς ἀληθείας
τῇ ἀληθείᾳ
τὴν ἀλήθειαν
ὦ ἀλήθεια
αἱ
ἡ σφαῖρα
τῆς σφαίρας
τῇ




ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ
1.     Η πρώτη κλίση περιλαμβάνει μόνο αρσενικά και θηλυκά ουσιαστικά.
2.     Οι καταλήξεις του πληθυντικού αρσενικών και θηλυκών πρωτόκλιτων είναι όμοιες και ακολουθούν την κλίση του θηλυκού άρθρου:
-αι
-ων
-αις
-ας
-αι
      3. Η γενική πληθυντικού τονίζεται πάντα στη λήγουσα: -ῶν, π.χ. τῶν θυελλῶν.
      4. Η κατάληξη –ας είναι πάντα μακρόχρονη στην α’ κλίση, π.χ. τοὺς ἰδιώτας, ὁ μανδύας.


5. Για τα θηλυκά σε –α:
*    όταν πριν από το –α υπάρχει φωνήεν ή ρ, το α διατηρείται, είναι μακρόχρονο και λέγεται καθαρό, π.χ. ἡ σοφία – τῆς σοφίας, κοκ.
*    όταν πριν από το –α υπάρχει σύμφωνο εκτός από ρ, στη γενική και τη δοτική ενικού αυτό τρέπεται σε η (μη καθαρό α βραχύχρονο), π.χ. ἡ θύελλα – τῆς θυέλλης - τῇ θυέλλῃ - τὴν θύελλαν κοκ.
*    Κατ’ εξαίρεση το –α είναι βραχύ, αλλά δεν τρέπεται σε –η:
o   στα προπαροξύτονα, π.χ. εὐσέβεια, ἄγνοια, Πλάταια, μαθήτρια
o   στα: γαῖα, μαῖα, μυῖα
o   στα δισύλλαβα σε –ρα: μοῖρα, πεῖρα, πρῷρα, σφαῖρα, σφῦρα, σπεῖρα.
6. Για τα αρσενικά σε –ης:
Σχηματίζουν την κλητ. εν. σε –α βραχύχρονο (και όχι -η):
Þ   τα εθνικά, π.χ. ὦ Σκύθα
Þ   όσα λήγουν σε –της, π.χ. ὦ ἰδιῶτα, ὦ πολῖτα, ὦ δέσποτα
Þ   τα σύνθετα με β’ συνθετικό που προέρχεται από ρήμα (σε –άρχης, -μέτρης, -πώλης, -τρίβης, -ώνης), π.χ. ὦ παιδοτρίβα, ὦ γυμνασιάρχα, ὦ βιβλιοπῶλα, ὦ τελῶνα.