Πέμπτη, 22 Δεκεμβρίου 2011

Άρθρο στην εφ. Ελευθεροτυπία για τη σχέση λογοτεχνίας - κινηματογράφου


Η δεύτερη ζωή μεγάλων λογοτεχνικών έργων και όσα χάνονται στη μεταφορά

Οταν τίθεται το θέμα «λογοτεχνία και κινηματογράφος», είναι βέβαιο πως δεν πρόκειται κανείς να μείνει στο ένα ή στο άλλο σκέλος. Πριν από τον κινηματογράφο και την τηλεόραση, η «μεταφορά» ή «διασκευή» υπήρξε μια κατ' εξοχήν αρμοδιότητα του θεάτρου.
 Μέσα στα χρόνια, όμως, καλλιεργήθηκε η τάση τής μετατόπισης ή «μετακένωσης» από τη μια φόρμα στην άλλη, σαν το ίδιο το έργο να απαιτούσε να δοκιμαστεί σε άλλη «γλώσσα» για να περάσει, ίσως, κάποιο τεστ εσωτερικής πυκνότητας και συνοχής.
Το φαινόμενο της «διασκευής» πρωτότυπου έργου πάντα δημιουργούσε αμηχανία καθώς προκαλούσε και το ζήτημα της «αυθεντικότητας» -(το αρχικό είναι το αυθεντικό, η διασκευή είναι το αντίγραφο), το θέμα της πιστότητας (η διασκευή αποτελεί μια παραμόρφωση ή μια αποδόμηση του πρωτότυπου) αλλά και το θέμα φόρμας και του βαθμού αρτιότητας. Το πρωτότυπο πρέπει να διακρίνεται για την ποιότητά του, κάτι που πιθανόν να χαθεί στην κινηματογραφική εκδοχή, μέσα από την οποία του δίνεται η ευκαιρία να γίνει γνωστό στο ευρύτερο κοινό. Για κάποιο λόγο το πρωτότυπο οφείλει να είναι δυσκολότερο και πιο απαιτητικό από τη διασκευή και η πρόσβαση του θεατή ευκολότερη από αυτή του αναγνώστη.
Τι είναι, όμως, αυτό που ζητάει και σχεδόν υποχρεώνει τη «μετακύλιση» από τη μια φόρμα στην άλλη; Ενας σημαντικός παράγοντας είναι η αγορά, η οποία πάντα έπαιζε ρυθμιστικό ρόλο στην ιστορία του κινηματογράφου καθώς οι κινηματογραφικές ταινίες παραμένουν ένα πολιτιστικό προϊόν για το οποίο υπάρχει μια σχεδόν αμείωτη ζήτηση.
Για ποιο λόγο η αγορά προτιμάει τη διασκευή ενός λογοτεχνικού έργου;
Τα υλικά από τα οποία αποτελείται ένα κλασικό έργο είναι δύσκολο να αποκωδικοποιηθούν, και ίσως αυτός να είναι ο λόγος που η αγορά προτιμάει τη διασκευή.
Οι αναγνώστες μυθιστορημάτων είναι αρκετά κτητικοί, έχουν ήδη κατασκευάσει τη δική τους κινηματογραφική εκδοχή του βιβλίου -έχουν αποδώσει τους ρόλους και έχουν στήσει το σκηνικό. Σ' αυτή την περίπτωση οποιαδήποτε απόδοση «υστερεί» της αρχικής σύλληψης του αναγνώστη. Επίσης, την όποια διασκευασμένη ταινία συνήθως τη συγκρίνουμε με τη δική μας «οπτικοποιημένη» ταινία της φαντασίας και, πάντα σχεδόν, αποδεικνύεται ελλειμματική.
Στις μέρες μας, την εποχή του ελάχιστου χρόνου και της ταχύτητας, είναι μάλλον αδύνατον να κατορθώσει κανείς να απολαύσει όλα τα σημαντικά, ογκώδη και απαιτητικά κλασικά έργα. Δεν πρόκειται να διαβαστούν στον πεπερασμένο χρόνο μιας ανθρώπινης ζωής, οπότε κινδυνεύουν να «πεθάνουν» από την έλλειψη αναγνωστών, παραμένοντας στα ράφια, ενώ μέσα από τη μεταφορά τους στη γλώσσα ενός άλλου, πιο προσιτού, μέσου αποκτούν μια δεύτερη ζωή, καθώς κεντρικά νοήματα σώζονται και σημαντικές έννοιες μεταφέρονται.
Ενδεικτικά παρουσιάζονται παρακάτω κάποια «σοβαρά» λογοτεχνικά έργα, τα οποία μάλλον ευνοήθηκαν από τη μεταφορά τους στη μεγάλη οθόνη, ενώ ταυτόχρονα δόθηκε η ευκαιρία σε πλήθος θεατών να πάρουν μια γεύση από το πνεύμα και τη σκέψη των μεγάλων συγγραφέων· όσοι δεν κατάφεραν να τα απολαύσουν στην οθόνη της φαντασίας τους, έχουν μια δεύτερη ευκαιρία στη μεγάλη οθόνη.
Τζην Ρυς, Κουαρτέτο, μτφρ.: Εφη Φρυδά, εκδόσεις Μελάνι, σ. 237
Η ηρωίδα, Μάρια Ζέλι, βρίσκεται μόνη και απροστάτευτη στο Παρίσι της δεκαετίας του '20, και έχει πάντα συνείδηση της επικριτικής ματιάς των άλλων. Στο Κουαρτέτο η συγγραφέας δεν καταγράφει απλώς την εσωτερική εμπειρία της Μάρια στο μποέμικο Παρίσι, αλλά στήνει με δραματικές λεπτομέρειες το δικό της τοπίο, σε αντίθεση με τον σταθερό και λαμπερό κόσμο των εύρωστων μπουρζουάδων. Η Μάρια Ζέλι όταν ζούσε στην Αγγλία ήταν χορεύτρια και τώρα (το 1926) ζει περιπλανώμενη στο Μονπαρνάς, παντρεμένη με έναν γοητευτικό αλλά αποτυχημένο Πολωνό. Αυτή η παθητική ύπαρξη ξαφνικά αναστατώνεται όταν ο άντρας της φυλακίζεται για απάτη. Της συμπαραστέκονται ο Χάιντλερ και η τυπική, μάλλον αυταρχική Αγγλίδα, «χειραφετημένη» σύζυγός του. Αυτό το ζευγάρι θεωρεί δεδομένο πως η Μάρια οφείλει να γίνει η ερωμένη του συζύγου. Στην αρχή αυτός της προκαλεί αποστροφή, αλλά αργότερα τον ερωτεύεται. Η ιστορία περιγράφει το άνισο αυτό τρίγωνο (την κοφτερή και ύπουλη σύζυγο, τον εγωιστή εραστή και το ανίσχυρο θύμα τους) μέχρι που ο πολωνός σύζυγος βγαίνει από τη φυλακή. Αποδυναμωμένη από τη θλίψη, η Μάρια χειρίζεται αδέξια την κατάσταση και χάνει και τους δύο άντρες.
Το Κουαρτέτο μεταφέρθηκε στη μεγάλη οθόνη από τον Τζέιμς Αϊβορι το 1981, με πρωταγωνιστές τους Αλαν Μπέιτς, Ιζαμπέλ Αντζανί και Μάγκι Σμιθ και θεωρήθηκε μια ιδιαίτερα επιτυχημένη διασκευή, καθώς κατορθώνει να μεταφέρει την ατμόσφαιρα του Παρισιού και να αποδώσει τη θολή συνείδηση της ηρωίδας.
Δάφνη ντι Μωριέ, Ρεβέκκα, μτφρ.: Ευμορφία Στεφανοπούλου, εκδόσεις Καστανιώτη, σ. 513
Ενα έργο που θεωρείται πλέον κλασικό, η ιστορία μιας νεαρής γυναίκας που παντρεύεται έναν ευγενή και επιστρέφει μαζί του στο κτήμα του, στο Μάντερλεϊ. Εκεί τη στοιχειώνει η αίσθηση της πρώτης του συζύγου, της Ρεβέκκας, η οποία πέθανε σε ένα ατύχημα με μια βάρκα, και δεν έχει περάσει ακόμα χρόνος. Η Ρεβέκκα δεν εμφανίζεται ως φάντασμα, αλλά το πνεύμα της επηρεάζει όλα όσα συμβαίνουν στο σπίτι. Η αφηγήτρια παραμένει δύσπιστη απέναντι σε όλους όσοι ισχυρίζονται πως έχουν αγαπήσει τη Ρεβέκκα, και αναρωτιέται το πόσο πρέπει να τη ζηλεύουν που πήρε τη θέση της. Στα τελευταία κεφάλαια μεγαλώνει το σασπένς καθώς οι κύριοι χαρακτήρες προσπαθούν να αποκαλύψουν ή να αποκρύψουν όσα έχουν πραγματικά συμβεί τη νύχτα που πέθανε η Ρεβέκκα.
Το μυθιστόρημα της Δάφνης ντι Μωριέ αγαπήθηκε από το κοινό, καθώς αποτέλεσε έναν μοναδικό συνδυασμό ρομαντικού αφηγήματος και ιστορίας μυστηρίου με σασπένς. Επίσης, είναι εμφανές πως έχει οικειοποιηθεί την παράδοση της ρομαντικής μυθιστοριογραφίας: η αδύναμη ηρωίδα, ο ισχυρογνώμων ήρωας και το επιβλητικό σπίτι, το οποίο δεν αποκαλύπτει σε κανέναν τα μυστικά του.
Το μυθιστόρημα μεταφέρθηκε στον κινηματογράφο από τον Αλφρεντ Χίτσκοκ, το 1940, με πρωταγωνιστές τον Λόρενς Ολίβιε, την Τζόαν Φοντέν και την Τζούντιθ Αντερσον, οι οποίοι τιμήθηκαν με Οσκαρ για την ερμηνεία τους και η ταινία απέσπασε δύο βραβεία της Ακαδημίας.
Κάρεν Μπλίξεν, Πέρα από την Αφρική, μτφρ. Εφη Φρυδά, εκδόσεις Μεταίχμιο, σ. 481
Το μυθιστόρημα Πέρα από την Αφρική δημοσιεύτηκε το 1937 και περιγράφει την αφρικανική εμπειρία της Μπλίξεν στην Κένυα πριν από τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο. Η συγγραφέας περιηγείται και αποκαλύπτει γεγονότα και τόπους, από τις αχανείς αφρικανικές στέπες, τις παράξενες φυλές έως το νυχτερινό κυνήγι λιονταριών και την περίθαλψη μιας νεαρής αντιλόπης αλλά και ένα ατύχημα ανάμεσα στους κολίγους. Επίσης, αναφέρεται και σε μια δυνατή ερωτική ιστορία ανάμεσα στη συγγραφέα και σ' έναν αμερικανό τυχοδιώκτη που ζει μονίμως εκεί.
Ενα από τα κυρίαρχα θέματα του Πέρα από την Αφρική είναι η αναζήτηση της ταυτότητας. Σε μικρό διάστημα μετά την εγκατάστασή της, η ηρωίδα βρίσκεται μονάχη σε μια ξένη χώρα, με την τρομερή ευθύνη να διευθύνει η ίδια μια φυτεία καφεόδεντρων. Προκειμένου να το κατορθώσει αυτό, θα πρέπει να γνωρίσει τον τόπο και τους Αφρικανούς που εργάζονται μαζί της. Κατά τη διαδικασία, μαθαίνει περισσότερα για τον εαυτό της και μεταμορφώνεται από μια Δανέζα αριστοκράτισσα σε μια γυναίκα που αγωνίζεται για να ριζώσει στην καινούρια της πατρίδα. Η Μπλίξεν προκαλεί τις ρατσιστικές αντιλήψεις της εποχής, δίνοντάς μας κάποιες συγκλονιστικές εικόνες του απολεσθέντος παραδείσου.
Η ταινία του Σίντεϊ Πόλακ απέσπασε εφτά Οσκαρ, μεταξύ των οποίων και αυτό του διασκευασμένου σεναρίου, με πρωταγωνιστικό ζευγάρι τη Μέριλ Στριπ και τον Ρόμπερτ Ρέντφορντ.
Μάικλ Ονταατζέ, Αγγλος ασθενής, μτφρ.: Γιούρι Κοβαλένκο, εκδόσεις Καστανιώτη, σ. 350
Τοποθετημένο πριν και κατά τη διάρκεια του Β' Παγκοσμίου Πολέμου, το μυθιστόρημα ο Αγγλος ασθενής είναι μια ιστορία έρωτα, παιχνιδιών της μοίρας, πόνου και σωτηρίας. Χρησιμοποιώντας μια σειρά από φλάσμπακ ο Ονταατζέ δεν διηγείται γραμμικά την ιστορία του, αλλά μέσα από επάλληλες αφηγήσεις διεισδύει στο σκοτεινό παρελθόν των ηρώων.
Ο Αγγλος ασθενής έχει επιζήσει από ένα αεροπορικό δυστύχημα με πλήθος εγκαυμάτων στο κορμί του και βρίσκεται σε ένα εγκαταλειμμένο ιταλικό μοναστήρι, όπου τον φροντίζει μια γαλλοκαναδή νοσοκόμα. Εχει ελάχιστες αναμνήσεις από την προηγούμενη ζωή του, ακόμα και το όνομά του τού διαφεύγει. Η προσωπική του ιστορία θα αποδειχτεί κεντρική τού μυθιστορήματος και είναι βαθιά συνδεμένη με ιστορικά γεγονότα, έναν παθιασμένο έρωτα και μια κρυφή τραγωδία. Η κινηματογραφική διασκευή έδωσε έμφαση στο ερωτικό στοιχείο.
Το μυθιστόρημα μεταφέρθηκε στον κινηματογράφο το 1996 από τον Αντονι Μινγκέλα και απέσπασε εννέα βραβεία τής Ακαδημίας. Ο συγγραφέας συνεργάστηκε στενά με τους συντελεστές της ταινίας.
John Α. Lindqvist, Ασε το κακό να μπει, μτφρ.: Βίκυ Μυλωνοπούλου, εκδόσεις Οξύ, σ. 573
Τοποθετημένο στις αρχές της δεκαετίας του '80 σε ένα καταθλιπτικό προάστιο της Στοκχόλμης, το Ασε το κακό να μπει παρουσιάζει ανθρώπους σε οριακή κατάσταση, οι οποίοι απαλύνουν τον πόνο τους με αλκοόλ, ναρκωτικά και μικροκλοπές. Ο Οσκαρ και η Ελί είναι και αυτοί περιθωριακοί και στενοί φίλοι. Ο Οσκαρ είναι ένα δωδεκάχρονο αγόρι που ζει με τη μητέρα του σε ένα άθλιο σπίτι και ονειρεύεται τον απόντα πατέρα του, κατουριέται πάνω του και όλοι τον κοροϊδεύουν. Η Ελί είναι ένα νεαρό κορίτσι που μετακομίζει στο διπλανό σπίτι, δεν πηγαίνει στο σχολείο και ποτέ δεν βγαίνει από το διαμέρισμα την ημέρα. Είναι ένα βαμπίρ διακοσίων χρόνων, για πάντα παγωμένο στην παιδική ηλικία, καταδικασμένο να τρέφεται με φρέσκο αίμα.
Η ταινία είναι εξίσου συγκλονιστική με το βιβλίο καθώς ο συγγραφέας ανέλαβε και τη διασκευή του.
Γκράχαμ Γκρην, Το τέλος μιας σχέσης, πρόλογος: Αναστάσιος Βιστωνίτης, μτφρ.: Τρισεύγενη Παπαϊωάννου, εκδόσεις Μεταίχμιο, σ. 294
Το Τέλος μιας σχέσης θεωρείται το πλέον αυτοβιογραφικό έργο του Γκράχαμ Γκρην. Ο κεντρικός ήρωας του βιβλίου είναι ο Μορίς Μπέντριξ, ένας ανερχόμενος συγγραφέας, που ερωτεύεται τη Σάρα Μάιλς, σύζυγο κάποιου ανώτατου δημόσιου υπαλλήλου. Ο σύζυγος είναι αξιαγάπητος και καλοπροαίρετος, οπότε η σχέση των δύο εραστών έχει ημερομηνία λήξεως. Μια βόμβα που εκρήγνυται στο διαμέρισμα του Μπέντριξ, την ώρα που βρίσκεται εκεί με τη Σάρα, τον τραυματίζει βαριά. Η Σάρα διακόπτει μαζί του οριστικά, χωρίς να του δώσει εξηγήσεις, και ο συγγραφέας τότε βάζει έναν ντετέκτιβ να παρακολουθεί την πρώην ερωμένη του, για να ανακαλύψει πως οι υποψίες του ήταν εντελώς αβάσιμες.
Η μεταφορά της ταινίας στον κινηματογράφο από τον Νιλ Τζόρνταν, το 1999, με τους Ρέιφ Φάινς και την Τζουλιάν Μουρ, αποδίδει την ατμόσφαιρα και την εσωτερικότητα των ηρώων. *

Δεν υπάρχουν σχόλια: