Κυριακή, 8 Ιανουαρίου 2012

Hislop "Το Νήμα" και Μεγάλου-Σεφεριάδου "Γλυκιά καλοκαιριάτικη βραδιά""


Αφορμή στάθηκε το βιβλίο της Victoria Hislop Το Νήμα (μτφρ. Φ. Πίπη), εκδ. Διόπτρα, Αθήνα 2011, που αναφέρεται στη ζωή στη Θεσσαλονίκη τριών οικογενειών που συνδέονται στον ίδιο δρόμο (οδός Ειρήνης), με καταγωγή αντίστοιχα ελληνική, εβραϊκή και μικρασιάτικη, από το 1917 και την πυρκαγιά της Θεσσαλονίκης έως το 2007.

Ένα ενδεικτικό απόσπασμα:
(40) «Στείλε μου τηλεγράφημα, αν με χρειαστείς οπωσδήποτε. Αλλά είμαι σίγουρος πως δεν θα με χρειαστείς.»
Εκείνη δεν είπε τίποτα. Ούτε και σηκώθηκε.
«Θα σου φέρω πολύ όμορφα πράγματα όταν γυρίσω», είπε τελειώνοντας, λες και μιλούσε σε παιδί.
Ο Κωνσταντίνος Κομνηνός σχεδίαζε να επιστρέψει από την πόλη με ένα καράβι φορτωμένο μετάξι, αλλά και με χρυσαφικά για τη γυναίκα του. (...) Όπως τα καλοραμμένα ρούχα, έτσι και τα πετράδια ήταν ένας τρόπος επίδειξης κοινωνικής θέσης και η γυναίκα υπήρξε πάντα το τέλειο μοντέλο για οτιδήποτε ήθελε να επιδείξει ο Κομνηνός.

Θυμήθηκα το βιβλίο της Λίας Μεγάλου-Σεφεριάδη: Γλυκιά καλοκαιριάτικη βραδιά, εκδ. Καστανιώτη, Αθήνα 1999.
(αναφ. στα χρόνια 1931-1945 με πλούσια ιστορικά στοιχεία)

Εδώ παραθέτω ελάχιστα αποσπάσματα, που συνδέονται αποκλειστικά με τα όνειρα του πρωταγωνιστή σε σχέση με τη «σταδιοδρομία» του.

Ο Δημήτρης κατάγεται από την Καλλίπολη και ήρθε στη Θεσσαλονίκη μετά τη μικρασιατική καταστροφή. «Έγινε το δεξί χέρι του διευθυντή του Ανατόλια, που ξεριζωμένο κι αυτό από τη Μερζιφούντα, ξαναστηνόταν εκ του μηδενός στου Χαριλάου». (20) Ερωτεύεται την Υβόν Περέζ από μια φωτογραφία που βλέπει στη βιτρίνα καταστήματος όπου εργάζεται ένας φίλος του.

Στην πραγματικότητα ο Δημήτρης δεν παρακολουθούσε την ταινία. Τον τελευταίο καιρό τον απασχολούσε (94) έντονα το μέλλον. Αν ήθελε να κρατήσει την Υβόν για πάντα κοντά του, δεν μπορούσε να παραμείνει ένας απλός γυμναστής. Έπρεπε να γίνει άρχοντας, και τον πλούτο μόνο το εμπόριο μπορούσε να του τον δώσει. Δεν της το είπε, αλλά είχε ήδη κάνει αίτηση για άδεια αντιπροσώπου. Αγόρασε μια μεταχειρισμένη γραφομηχανή κι άρχισε ν’ αναζητά οίκους ψευδοκοσμημάτων. Ο Στράτος διαφωνούσε με την τακτική του. «Αν θες να γίνεις κάποιος, πρέπει να συνειδητοποιήσεις ότι την αρχική συσσώρευση δε θα την κάνεις με το σταυρό στο χέρι!» (...) Αλλά ο Δημήτρης δεν άκουγε κουβέντα για παρανομίες. Βέβαια ο Σταύρος δεν του έλεγε να ληστέψει καμιά τράπεζα. Για λαθρεμπόριο ειδών πολυτελείας μιλούσε.
***
(146) Ο Δημήτρης τον τελευταίο καιρό ήταν πνιγμένος από δουλειές. Δεν μπορούσε σήμερα να τη δει, αλλά κι εκείνη πώς να μείνει σπίτι μια τόσο όμορφη μέρα; Συνεννοήθηκε να πάει μια βόλτα με την Ασπασία.
Μόλις κατέβηκε απ’ το τραμ κι έστριψε στην Αγίας Σοφίας, μαρμάρωσε. Μια τζαμαρία όλη κι όλη τη χώριζε απ’ τον πολυάσχολο Δημήτρη, που έπινε το απεριτίφ του με την Ντόροθυ [την πρώην φίλη του]! Εκείνη είχε απλώσει (147) το χέρι και του χάιδευε το πρόσωπο. Η Υβόν ένιωσε τότε την ανάσα της να κόβεται. Δεν μπορούσε να κάνει ούτε πίσω ούτε μπρος. Μόνο όταν συναντήθηκαν τα βλέμματά τους ξεμαρμάρωσε διαμιάς και τράπηκε σε φυγή.
Έτρεχε χωρίς να βλέπει γύρω της, χωρίς να ξέρει πού πηγαίνει, φτάνει ν’ απομακρυνόταν όσο το δυνατόν γρηγορότερα, όσο το δυνατόν περισσότερο από τον μισηητό αυτό άνθρωπο, που πέντε λεπτά πριν ήταν ακόμη ο άντρας της ζωής της.
Καθώς πηδούσε στο τραμ, ένιωσε ένα χέρι να την αρπάζει απ’ το μπράτσο. Τον έσπρωξε με απίστευτη δύναμη, τον έριξε στο δρόμο. (...)
Μέσα της μια μανιασμένη θάλασσα ανέβαζε στην επιφάνεια έναν άγνωστο εαυτό, έναν εαυτό που δεν μπορούσε να ορίσει. (...)
Κοιμήθηκε με σφιγμένα δόντια.
***
(153) [Μετά τη συμφιλίωση] Όλα τα σύννεφα είχαν σκορπίσει. Ο Δημήτρης έφευγε αύριο για δουλειές στο Μόναχο. Τα σχολεία είχαν ήδη κλείσει για τις διακοπές των Χριστουγέννων.  
***
(159) Μιλούσε για τα σχέδιά του στην Υβόν, για τα γραφεία που σκόπευε να νοικιάσει στο κέντρο της πόλης και για το επικείμενο ταξίδι του στο Μόναχο και πάλι. Την επομένη το πρωί έπρεπε να φροντίσει για το συνάλλαγμα και τις λοιπές διατυπώσεις. Σάββατο, δέκα Μαρτίου έφευγε και σε μια βδομάδα θα ήταν πάλι πίσω.
***
(162) Ο Δημήτρης έπρεπε το γρηγορότερο να πάψει να είναι ο «ασήμαντος νεαρός». Στη σύντομη παραμονή του στο Μόναχο πρόλαβε να συγκεντρώσει χρήσιμες πληροφορίες για τα ραδιόφωνα που σκόπευε να εισαγάγει. Τα γερμανικά ραδιόφωνα ήταν εγγυημένης ποιότητας, όπως άλλωστε το σύνολο των γερμανικών προϊόντων. Κοιτούσε τα ενημερωτικά φυλλάδια, τις σημειώσεις που είχε κρατήσει.
***
(176) Ο Δημήτρης έπρεπε πια να αφοσιωθεί ολοκληρωτικά στο εμπόριο, ωστόσο δέκα χρόνια στο κολέγιο δεν ήταν μικρό κομμάτι ζωής. Στο βάθος ένιωθε κάποια θλίψη, αφού εγκατέλειπε μια δουλειά που αγαπούσε. Μέχρι πρότινος θεωρούσε τον εαυτό του τυχερό που το αντικείμενό του ήταν τα παιδιά. Για κανέναν και για τίποτα δε θα διακινδύνευε αυτή την ασφάλεια παρά μόνο για την Υβόν.
Ο διευθυντής τον δέχτηκε εγκάρδια σπίτι του. Μόλις είχε επιστρέψει από διακοπές σ’ ένα χωριό της Φλώρινας, τη Νέβεσκα. Είχαν πάει με το τρένο ως το Αμύνταιο κι από κει συνέχισαν τέσσερις ώρες δρόμο με τα μουλάρια. (...) Ήταν καλεσμένοι από τον πρόξενο της Σουηδίας, γνωστό καπνέμπορο της Θεσσαλονίκης. (...)
(177) Ο Δημήτρης τους ενημέρωσε για την αίσια έκβαση του ταξιδιού του. Ο διευθυντής επεσήμανε τότε πόσο η υπόθεσή του έμοιαζε με της Αρμένισσας απ’ τη Μερζιφούντα.
Η γυναίκα αυτή εμφανίστηκε πριν από μερικά χρόνια στο κολέγιο με μια απίστευτη ιστορία. Ήταν απ’ τους μεγάλους επιζήσαντες της μεγάλης σφαγής. Ο άντρας της –που τελικά κατακρεουργήθηκε-, καθώς περνούσε το κοπάδι των Αρμενίων μπροστά απ’ το Ανατόλια, (178) πέταξε στο φύλακα ένα πουγκί με χρυσές λίρες. Το πουγκί αυτό από τη Μερζιφούντα ήρθε στη Θεσσαλονίκη και φυλασσόταν στο χρηματοκιβώτιο της σχολής. Η γυναίκα ονομαζόταν Δανελιάν. Το ίδιο όνομα υπήρχε σε σημείωμα μέσα στο πουγκί. Έτσι ο διευθυντής τής παρέδωσε τις λίρες δέκα χρόνια μετά τη συμφορά. (...)
Είχε φτάσει η στιγμή να μιλήσει για την παραίτησή του. Ο διευθυντής τον παρακάλεσε να παραμείνει ώσπου να βρεθεί αντικαταστάτης. Ο Δημήτρης δεν ήταν απλώς ένα αγγλομαθής γυμναστής, ήταν το δεξί του χέρι. Αυτός που τον βοήθησε να στήσουν το σχολείο εκ του μηδενός με καρέκλες και τραπέζια καφενείου, με το πρώτο ταμπλό μπάσκετ στην Ελλάδα, με αναζήτηση τόπου μακριά απ’ την ελονοσία της πόλης, με την επίβλεψη της ανέγερσης νέων κτηρίων, όπου σύντομα θα μετακομίζανε, με τις πρώτες δενδροφυτεύσεις του γυμνού λόφου, που ήδη απέδιδαν καρπούς.
Ο Δημήτρης έφυγε μ’ ένα βάρος στην καρδιά. Είχε προσφέρει κι είχε πάρει πολλά απ’ το κολέγιο. Αν δεν υπήρχε η Υβόν, ποτέ δε θα το εγκατέλειπε. Ο χώρος αυτός ήταν το δεύτερο σπίτι του.
***
(181) Νοίκιασε γραφεία στη Στοά Λομβάρδο, τύπωσε επιστολόχαρτα, φακέλους, επισκεπτήρια, παράγγειλε σφραγίδες, καινούργια γραφομηχανή, κι έκανε την πρώτη του εξόρμηση με μια παρτίδα γερμανικά ραδιόφωνα.
Δούλευε νυχθημερόν για να κερδίσει το στοίχημα της ζωής του, η Υβόν όμως δεν τον έβλεπε αρκετά και δυσανασχετούσε. (...) (182) Δεν ήθελε να ακούει μόνο οικονομικά πλάνα. «Μα κι αυτά λόγια αγάπης είναι, αφού για σένα γίνονται», της είπε η Ασπασία.
***
(205) Σε σύντομο διάστημα ο Δημήτρης άρχισε να κερδίζει ένα καλό όνομα στον εμπορικό κόσμο της πόλης.
***
(286) Είχε δίκιο να τραγουδάει ξέγνοιαστη. Εκτός από μια νύξη σε κάποιο γράμμα του, που γρήγορα ξεχάστηκε, (287) τίποτ’ άλλο αρνητικό δεν του ξέφυγε για το ταξίδι του. Της μίλησε μόνο για τα θαύματα της τέχνης και της τεχνικής, για τις ωραίες βιτρίνες, τα πολυτελή ξενοδοχεία, τις αίθουσες χορού, την περιστρεφόμενη σκηνή της Όπερας, τον κόσμο που έφευγε για σκι, το πανέμορφο χιόνι. Έτσι δε γνώριζε καν πως τις νότες που έπαιζε αυτή τη στιγμή τις έστειλε ένας ένστολος Γερμανός, ο οποίος με τη σειρά του αγνοούσε σε ποιαν τις έστελνε...
Ναι, η Υβόν του έπρεπε να προστατευτεί κάτω απ’ τις φτερούγες της άγνοιας. Για να συνεχίσει να χορεύει, να τραγουδάει, να παίζει μουσική, για να στολίζεται με τις ώρες μπροστά στον καθρέφτη. «Το αηδόνι μας», έτσι την αποκαλούσε η μητέρα του.

Δεν υπάρχουν σχόλια: