Τετάρτη, 26 Νοεμβρίου 2008

Αρχαία Γ' Γυμνασίου: 4η Ενότητα (συμπληρωματικά σχόλια)

Γλωσσικά σχόλια
ἐξαρκέω, -ῶ: επαρκώ
οἰκέω, -ῶ: κατοικώ
εὔπορος, -ον: πλούσιος
ὁμονοέω, -ῶ: ἐχω ομόνοια
εὐδοκιμέω, -ῶ: χαίρω εκτίμησης
τελέως: (επίρρ.) εντελώς, απόλυτα
εὐδαιμονέω, -ῶ: είμαι ευτυχής, (για πόλη) ευημερώ
τοίνυν: λοιπόν
ἅπας, ἅπασα, ἅπαν: όλος ανεξαιρέτως
ἀποστερέω, -ῶ: στερώ
πένης – πενέστερος – πενέστατος
ποιέω, -ῶ: κάνω, καθιστώ
διαβάλλω: συκοφαντώ
ταλαιπωρέω, -ῶ
ἕκαστος, ἑκάστη, ἕκαστον: (επιμεριστική αντων.) ο καθένας
ἀδεῶς: (τό δέος = φόβος) χωρίς φόβο
γεωργέω, -ῶ: ασχολούμαι με τη γεωργία, καλλιεργώ τη γη
ἐπιχειρέω, -ῶ: (εδώ) ασχολούμαι με
νῦν: τώρα
ἐκλέλοιπα: παρακ. του ρ. ἐκλείπω
ὀψόμεθα: μέλλ. του ρ. ὁράω, -ῶ (= βλέπω)
ὁράω, -ῶ
ἑώρων
ὄψομαι
εἶδον (β’ αόρ.)
ἑόρακα, ἑώρακα, ὄπωπα
ἑωράκειν, ὀπώπειν
πρόσοδος, ἡ: ἐσοδο
μεστός, -ή, όν: γεμάτος
καθίστημι: καθιστώ
μέγας – μείζων – μέγιστος: μεγάλος
ἕξομεν: μέλλ. του ρ. ἔχω
ἔχω
εἶχον
ἑξω, σχήσω
ἔσχον (β’ αόρ.)
ἔσχηκα
ἐσχήκειν
βεβιασμένους: μτχ. παρακ. του ρ. βιάζομαι (= αναγκάζομαι)
πεπεισμένους: μτχ. παρακ. του ρ. πείθομαι

Δεν υπάρχουν σχόλια: