Πέμπτη, 25 Δεκεμβρίου 2008

Γκρεκάνικα παραμύθια

Βλ. http://news.kathimerini.gr/4dcgi/_w_articles_civ_2_16/11/2008_292019.


Γκρεκάνικα παραμύθια
Παραδοσιακές αφηγήσεις από τη μακρόχρονη ιστορία των Ελλήνων στην Κάτω Ιταλία
Της Τιτικας Δημητρουλια
Δημήτρης Προύσαλης
Ελληνόφωνα παραμύθια από την Κάτω Ιταλία
μετ. Λ. Ταχμασίδου,
Σ. Παινέση, Χ. Βαρδακούλια, Ε. Αποστόλου,
εκδ. Απόπειρα

Προφορικές, λαϊκές αφηγήσεις που απευθύνονταν στους ενηλίκους και όχι στα παιδιά, τα παραμύθια ήρθαν στο προσκήνιο τον 19ο αιώνα, όταν ο ρομαντισμός που είχε βάλει τα δυνατά του να αναδείξει τον λαϊκό πολιτισμό άρχισε να τα καταγράφει συστηματικά. Η καταγραφή τους αυτή, η οποία έφερε στην επιφάνεια τη στερεοτυπική και τυπική δομή αλλά και την απλή τους έκφραση, διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο στο να θεωρηθούν παιδικά αναγνώσματα: δεν διέθεταν την πολυπλοκότητα της έντεχνης λογοτεχνίας. Εχοντας υπογείως τροφοδοτήσει το μυθιστόρημα και το διήγημα από τις απαρχές τους (Βοκκάκιος, Ραμπελέ), τα παραμύθια ακολούθησαν ωστόσο και ένα δεύτερο μονοπάτι, που απευθυνόταν αυτή τη φορά σε ενηλίκους, όχι όμως στους απλούς ανθρώπους της αγροτικής, ως επί το πλείστον, κοινωνίας, αλλά στους πεπαιδευμένους ενηλίκους της πόλης. Εγιναν η βάση του έντεχνου, λογοτεχνικού παραμυθιού, που έδωσε αξιολογότατα δείγματα στο πλαίσιο του ρομαντισμού, τα περίφημα KunstmŠrchen των οποίων κάποια δείγματα έχουμε και στα ελληνικά (τις ιστορίες του Λούντβιχ Τηκ, για παράδειγμα, «Ο ξανθός Εκμπερτ. Το Ρούνενμπεργκ» εκδ. Σμίλη), αλλά και στη συνέχεια, μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο στη Γερμανία, λόγου χάρη.
Μεγάλη άνθηση
Επιστρέφοντας στο λαϊκό παραμύθι, δεν μπορούμε παρά να σημειώσουμε την πολύ μεγάλη άνθηση που παρατηρείται εδώ και τριάντα, περίπου, χρόνια στην Ευρώπη. Μια άνθηση που βγάζει από την αφάνεια άλλο ένα παραγνωρισμένο είδος και το επαναφέρει στην καρδιά της κοινωνικής ζωής. Κι ενώ πλήθος θεωρίες αρθρώνονται από μια σειρά επιστήμες (Λαογραφία, Κοινωνική Ανθρωπολογία, Ψυχολογία κ.λπ.) όσον αφορά την προέλευση και το ρόλο του παραμυθιού μέσα στους αιώνες, όλο και περισσότεροι θεατές πηγαίνουν να ακούσουν παραμύθια σε ποικίλες παραστάσεις και εκδηλώσεις. Αναβαθμισμένο και στη χώρα μας, όπου πολλοί και καλοί αφηγητές –και μελετητές– το διαδίδουν με ποικίλους τρόπους, το παραμύθι, ασχέτως της ψυχαναλυτικής λειτουργίας του, παραμένει ένας δίαυλος μετακένωσης της παράδοσης με τις ιδιαιτερότητές της. Κάθε έκδοση παραμυθιών, που και αυτές πολλαπλασιάζονται (η σειρά των εκδόσεων «Απόπειρα» είναι ενδεικτική), επαναδιατυπώνει τα ερωτήματα περί της λειτουργίας του συμβολισμού και του στερεότυπου στο παραμύθι, περί της ουτοπίας την οποία με τον τρόπο του εκφράζει, περί του εθνικού και του πολυπολιτισμικού, της ενιαίας δομής της λαϊκής σκέψης κ.τ.λ. Η παρούσα όμως έκδοση, των ελληνόφωνων παραμυθιών της Κάτω Ιταλίας, που καταγράφει σπάνιο αφηγηματικό υλικό σε δύο ελληνόφωνες διαλέκτους, την γκρεκάνικη της Καλαβρίας και την γκρίκο της Απουλήιας, δύο περιοχές με διαμετρικά αντίθετα χαρακτηριστικά, παρουσιάζει ακόμα μεγαλύτερο ενδιαφέρον.
Η ίδια η γλώσσα των παραμυθιών αφηγείται τη μακρόχρονη ιστορία των Ελλήνων στην Ιταλία, από τον αποικισμό της αρχαιότητας ώς τη βυζαντινή ανάκαμψη, και από την οθωμανική κατάκτηση ώς την αναγόρευση των διαλέκτων σε «μπάσταρδες γλώσσες» από τον φασισμό. Μπολιασμένη με στοιχεία των κυρίαρχων και όμορων πληθυσμών διατηρήθηκε στους αιώνες, παρά τη σταδιακή μείωση των ομιλητών της, και παραμένει ώς σήμερα ζωντανή. Από την άλλη, τα παραμύθια αυτά, που τόσα κοινά παρουσιάζουν με τα παραμύθια του ελληνικού μητροπολιτικού χώρου (όπως άλλωστε μοιάζουν και όλα τα παραμύθια όλων των εποχών και των τόπων μεταξύ τους, τουλάχιστον σε επίπεδο αφηγηματικών μοτίβων), ξαφνιάζουν με τη ζωντάνια και την ποικιλομορφία τους, αλλά και το έντονο στοιχείο κοινωνικής κριτικής τους – που διαφαίνεται και στο κράμα απελπισίας και καρτερίας με το οποίο τελειώνουν πολλά από αυτά: «και ο φτωχός έμεινε πλούσιος, κι εγώ είμαι εδώ, πεθαμένος από την πείνα και το κρύο», «κι εμείς εμείναμε εδώ με άδειες τις κοιλιές», «κι εμείς εμείναμε εδώ χωρίς τίποτε».
Ουτοπικές ελπίδες
Αν όμως το συγκεκριμένο τέλος εκφράζει την ανέχεια μέσα στην οποία ζούσε ο λαός (ειδικά στην περίκλειστη περιοχή των ελληνόφωνων χωριών της Καλαβρίας), δηλώνει και τη στάση του ενήλικα ακροατή που, μεταθέτοντας στο θαυμαστό τις ανεκπλήρωτες επιθυμίες του, δεν ξεχνά τον πραγματικό κόσμο, στον οποίο ζει. Το παραμύθι εκφράζει μέσα από το θαυμαστό τις ελπίδες για μια καλύτερη ζωή, την ουτοπική επιθυμία, εξηγεί τον κόσμο, αλλά δεν τον προεκτείνει στους χώρους της μεταφυσικής, ασχέτως των τοπικών, γεωγραφικών ιδιαιτεροτήτων του. Η συνείδηση του πραγματικού σκιάζει το παραμυθιακό αίσιον τέλος, χωρίς όμως να αναιρεί τη δυνατότητά του. Ρεαλιστικά και μαγικά, τα παραμύθια της συλλογής παρουσιάζουν τη διαρκή πάλη του Καλού με το Κακό, υπό ποικίλες οπτικές γωνίες, συχνά ιδιαιτέρως πνευματώδεις. Να σημειώσουμε ότι κάποια από τα παραμύθια της συλλογής, όπως μας πληροφορεί η κατατοπιστική εισαγωγή του Δ. Προύσαλη, διδάσκονται στα ιταλικά σχολεία. Και ότι τα ωραία αυτά παραμύθια επιβεβαιώνουν πλήρως τη ρήση του Βέλγου αφηγητή Χαμαντί, ότι τα παραμύθια δεν φτιάχτηκαν για να αποκοιμίζουν τα παιδιά, αλλά για να ξυπνούν τους μεγάλους.
Ολα τα παραμύθια πάντως διαβάζονται και με τη μουσική υπόκρουση των Encardia, του νεανικού αυτού μουσικού συγκροτήματος που από το 2004 μας συστήνει τις μουσικές της Κάτω Ιταλίας με τους πολύ καλούς δίσκους και τις συναυλίες του.

Δεν υπάρχουν σχόλια: