Τρίτη, 7 Φεβρουαρίου 2012

Αρχαία Ελληνικά Α' Γυμνασίου: Ενότητα 6η


Στρογγυλεμένο ορθογώνιο: Αρχαία Ελληνικά
Φυλλάδιο 13
Ενότητα 6 Α’ Κείμενο
Απόδοση στα νέα ελληνικά
Ένα μεγάλο ελάφι την εποχή του καλοκαιριού έφθασε διψασμένο σε κάποια πηγή καθαρή και βαθιά και, αφού ήπιε όσο ήθελε, πρόσεχε τη μορφή του σώματός του. Και επαινούσε προπάντων τη μορφή βέβαια των κεράτων του, επειδή κατά τη γνώμη του αποτελούσαν στολίδι για όλο το σώμα του. Κατηγορούσε από την άλλη τα λεπτά του πόδια, επειδή κατά τη γνώμη του δεν μπορούσαν να μεταφέρουν όλο το σώμα του. Ενώ όμως ασχολούνταν μ’ αυτά, ακούγεται ξαφνικά γάβγισμα σκύλων και κυνηγοί σε κοντινή απόσταση. Κι εκείνο ορμά να ξεφύγει και, όσο έτρεχε στην πεδιάδα, σωζόταν από την ταχύτητα των ποδιών του. Όταν όμως έπεσε σε δάσος πυκνό, μπλέχτηκαν τα κέρατά του και αιχμαλωτίστηκε, μαθαίνοντας εξ ιδίας πείρας ότι λοιπόν ήταν άδικος κριτής των δικών του ιδιοτήτων, αφού κατηγορούσε από τη μια αυτά που το έσωζαν, ενώ επαινούσε αυτά που το πρόδωσαν.
Λεξιλόγιο
ὥρα, ἡ = εποχή (στο ευρετήριο)
θέρος, τό (τοῦ θέρους) = καλοκαίρι
διψήω, -ῶ - βλ. επίσης πεινήω, -ῶ (στο ευρετήριο)
παραγίγνομαι = φθάνω
πιών: μτχ. β’ αορ. του ρ. πίνω
προσεῖχεν: παρατ. του ρ. προσ-έχω
ἰδέα, ἡ = (εδώ) μορφή
ἐπῄνει: παρατ. του ρ. ἐπαινῶ (στο ευρετήριο)
κόσμος, ὁ: στολίδι (στο ευρετήριο)
εἴη: γ’ εν. ευκτ. ενεστ. του ρ. εἰμί
ψέγω = κατηγορώ (βλ. στα ΝΕ ψόγος - στο ευρετήριο)
σκέλος, τό = πόδι (βλ. στα ΝΕ ισοσκελές τρίγωνο)
οἷός εἰμι = είμαι ικανός (στο ευρετήριο)
φέρω = (εδώ) μεταφέρω (στο ευρετήριο)
προς τούτοις εἰμί = ασχολούμαι με αυτά
ὑλακή, ἡ = γάβγισμα
κύων, ὁ/ἡ = σκύλος (ενώ: κίων, ὁ = στύλος) (στο ευρετήριο)
αἰφνιδίως = ξαφνικά
κυνηγέτης, ὁ = κυνηγός
ὠκύτης, ἡ = ταχύτητα (βλ. τον λογότυπο πόδας ὠκύς που χρησιμοποιείται για τον Αχιλλέα στην Ιλιάδα)
δασύς, δασεῖα, δασύ = πυκνός
ὕλη, ἡ = δάσος (βλ. στα ΝΕ υλοτόμος = ξυλοκόπος) (στο ευρετήριο)
ἐνέπεσεν: γ’ εν. β’ αορ. του ρ. ἐμπίπτω
ἐμπλακέντων: μτχ. παθ. αορ. του ρ. ἐμπλέκομαι
κέρας, τό = κέρατο
ἑάλω: γ’ εν. αορ. του ρ. ἁλίσκομαι (= [για άνθρωπο ή ζώο] αιχμαλωτίζομαι, συλλαμβάνομαι – [για πόλη] καταλαμβάνομαι) (στο ευρετήριο)
μαθών: μτχ. β’ αορ. του ρ. μανθάνω (στο ευρετήριο)
προδόντα: μτχ. β’ αορ. του ρ. προδίδωμι (= προδίδω) (στο ευρετήριο)

Δεν υπάρχουν σχόλια: