Παρασκευή, 3 Φεβρουαρίου 2012

Ανδρέας Κάλβος: "Εις τον Προδότην"


                    α΄
    Eγύρισε ταις πλάταις του·
φεύγει, φεύγει ο προδότης·
αλαμπή σέρνει τ' άρματα
φαρμακερά, το στήθος του
                έγινεν άδης.     5

                    β΄.
    Tον σταυρόν και τους Έλληνας
άφησ' οπίσω, εξάπλωσεν
αδελφικώς την χείρα του
'ς τους τούρκους, κ' επροσκύνησε
                βάρβαρον νόμον.     10

                   γ΄.
    Tον συντροφεύει ολόμαυρον
μέγα εναέριον σύγνεφον·
κρέμεται ακόμα ατίνακτον
αστροπελέκι επάνω του,
                κ' άγρυπνος μοίρα.     15

                   δ΄.
    Ω Bαρνακιώτη· τρέχεις,
και ο κτύπος των ποδών σου
αντιβομβεί, ωσάν 'νάτρεχες
επί τον κούφιον θόλον
                βαθείας αβύσσου.     20

                   ε΄.
    Αν κοπιασμένος πέσης
'ν αναπαυθής 'ς τα χόρτα,
η τιμωρός συνείδησις
με' σε πλαγιάζει αλλάζουσα
                τα χόρτα εις δράκοντας.     25

                   ς΄.
    Tο φως εσύ αποφεύγεις
της ημέρας, φοβούμενος
μήπως των προδομένων
ανθρώπων σε ξανοίξουσιν
                η μακραί σπάθαι.     30

                   ζ΄.
    Kράζεις την νύκτα, κ' έρχεται·
αλλά εις το σκότος μέσα
τυλιγμένους φαντάζεσαι
εχθρούς αρματωμένους,
                και ως άφρων μένεις.     35

                   η΄.
    Αν μαυροφορεμένης
χήρας, αν βρέφους θρήνον
ορφανικόν ακούσης,
τρέμεις, και το ποτήρι σου
                πέφτει σχισμένον.     40

                   θ΄.
    Αν της χαράς τον γέλωτα
ιδής εις φιλικόν
δείπνον περιπετώμενον,
απ' ίδρωτα θανάτου
                στάζουν τα φρύδια σου.     45

                   ι΄.
    Ω, ποίαν ζωήν ηγόρασες
προδότα Bαρνακιώτη!
και τι έλπιζες; το θείον
δια τους ομοίους σου τέτοια
                δώρα ετοιμάζει.     50

                   ια΄.
    Αν ήθελες χρυσάφι ―
πολύν εις τας βαρβάρους
αγαρηνάς σκηνάς
με' το σπαθί εις το χέρι
                εύρισκες πλούτον.     55

                   ιβ΄.
    Πληγωμένος απ' ύβριν
Eλληνικών στομάτων
αν ήθελες εκδίκησιν ―
η καλλητέρα εκδίκησις
                είναι η συμπάθεια.     60

                   ιγ΄.
    Mέγα, λαμπρόν εάν ήθελες
όνομα, και περνώντας
εσύ κάθε οφθαλμός
με' θαυμασμόν 'να στρέφεται
                παρατηρώντάς σε. ―     65

                   ιδ΄.
    Σφαλερόν δρόμον, άθλιε,
εδιάλεξας· οι Έλληνες
που επρόδωσας θαυμάζονται
απότην οικουμένην
                κ' ήρωες καλούνται.     70

                   ιε΄.
    Kαι καταφρονημένος
O Bαρνακιώτης έγινε. ―
γύρευε από την μοίραν σου
κρυπτόν 'να σου χαρίση
                τάφον εις όλους.     75

Δεν υπάρχουν σχόλια: