Παρασκευή 22 Απριλίου 2011

Περί φιλοπατρίας (Άρθρο στην εφ. "Το Βήμα" 3/4/2011)

Το πράγμα ξεκίνησε από μια απρέπεια, που επιβεβαιώνει όμως το αμφίβολο ρητό που λέει: ουδέν κακόν αμιγές καλού, και αντιστρόφως. Ιδού το ιστορικό της υπόθεσης, σύντομα και χωρίς ονόματα. Περασμένη Τετάρτη (23 Μαρτίου), δέχομαι επώνυμο τηλεφώνημα από επώνυμο ραδιοφωνικό σταθμό, με την παράκληση να πάρω μέρος σε προγραμματισμένη για το πρωινό της επαύριον εκπομπή με θέμα την πατριωτική ποίηση. Αρνούμαι καταρχήν (δηλώνοντας τυπική και ουσιαστική αναρμοδιότητα) αλλά τελικώς υπό πίεση ενδίδω. Περνώ τη νύχτα ψάχνοντας σχετικό υλικό, και την άλλη μέρα αναμένω το συμφωνημένο τηλεφώνημα στη συμφωνημένη ώρα. Αμ δε: άκρα του τάφου σιωπή, που λέει ο εθνικός μας ποιητής. Οπότε, εντός φρενών, για να μην πάει ο μεσονύχτιος κόπος μου ολότελα χαμένος, αποφάσισα να μεταφέρω εδώ κάποιες φιλοπάτριδες σημειώσεις που είχα ήδη καταγράψει. Και νά το νευρικό αποτέλεσμα της αστόχαστης αυτής απόφασης, αποτυπωμένο σε κάποιες, αφελείς μάλλον, απορίες. Οπως: τι πάει να πει «πατριωτική ποίηση»; πότε εμφανίστηκε, πού και πώς εφαρμόστηκε; ποια είναι τα σημαίνοντα και τα σημαινόμενα χαρακτηριστικά της; διατίθενται ποιητές που την εκπροσωπούν αυθεντικά, και άλλοι που την εκμεταλλεύονται; Κι ακόμη (μένοντας στον δικό μας χώρο και χρόνο: τον νεοελληνικό), μπορούμε να διακρίνουμε περιόδους έξαρσης και ύφεσης του ποιητικού αυτού είδους; Αυτά κι άλλα παρόμοια· ίσως σχολαστικά.


Σοβαρή πάντως απόκριση στα προηγούμενα ερωτήματα απαιτεί μάλλον συστηματική έρευνα, σε μορφή ίσως διατριβής, που ενδέχεται να υπάρχει, αλλά εγώ την αγνοώ. Ψάχνοντας ωστόσο αρμόδια Λεξικά και Γραμματολογίες, δεν βρήκα καν τον επίμαχο όρο. Αναρωτήθηκα μήπως πρόκειται για επετειακό ή και σχολικό εφεύρημα. Και μ΄ όλα ταύτα επιμένω.

Σκέφτομαι πως η πατριωτική ποίηση, αν όντως υπάρχει ως αυτόνομο είδος, προέκυψε ως ποιητικό παρεπόμενο εξεγερμένης φιλοπατρίας, υπό τον όρο ότι ορίζεται ακριβέστερα η έννοια πατρίς. Λέξη αρχαία που εμφανίζεται συχνά στον Ομηρο: ως πάτρη εντοπίζεται ήδη στο (πασίγνωστο και παρεξηγημένο) πρόταγμα του Εκτορα εις οιωνός άριστος αμύνεσθαι περί πάτρης, το οποίο προβάλλεται ως βίαιος αντίλογος στη συντηρητική φρόνηση του Πανδάρου ( Ιλιάς Μ 243). Συνηθέστερος ωστόσο είναι στα ομηρικά έπη ο τύπος πατρίς: είτε ως επίθετο των συνώνυμων ουσιαστικών γη,αία,άρουρα είτε ως ουσιαστικό προς δήλωση της γενέθλιας καταγωγής.

Αμιγώς πατριωτική ποίηση ωστόσο δύσκολα αναγνωρίζεται στην αρχαϊκή και στην κλασική εποχή, αν εξαιρεθούν οι πολεμικές ελεγείες του Εφέσιου Καλλίνου και του Σπαρτιάτη Τυρταίου. Πάντως η Ιλιάδα δεν είναι, με τα σημερινά μέτρα, πατριωτικό ποίημα· ούτε όμως και η Οδύσσεια, παρά τη νοσταλγική περιπάθεια του Οδυσσέα για τη γενέθλια Ιθάκη. Το ίδιο ισχύει ασφαλώς και για τους Πέρσες του Αισχύλου. Αλλά το θέμα θέλει προσεχτικότερη ανασκαφή στα σωζόμενα κείμενα, αν είναι να αποφύγουμε (σκόπιμες ή άσκοπες) υπερβολές. Για να μην παρεξηγηθώ: η πιθανή έλλειψη αυτόνομης πατριωτικής ποίησης στην πρώιμη και κλασική αρχαιότητα δεν σημαίνει καθόλου έλλειμμα ουσιαστικής φιλοπατρίας.

Περνώντας τώρα απότομα από την αρχαιολογία στη νεολογία, εντοπίζεται άνετα ο οίστρος πατριωτικού ποιητικού λόγου, σε συνάφεια με τη διέγερση της εθνικής συνείδησης, που φουντώνει στο γύρισμα από τον δέκατο όγδοο στον δέκατο ένατο αιώνα, συνδυασμένη με τα απελευθερωτικά κινήματα στον τόπο μας, στην Ευρώπη, στην Αμερική και αλλού. Με τους όρους αυτούς, θα πρότεινα η όποια πατριωτική ποίηση να θεωρηθεί μέρος (κάποτε και πυρήνας) εθνεγερτικού λόγου, που υπερβαίνει κάποτε τα όρια της ποίησης. Αποδεικτικό παράδειγμα στα καθ΄ ημάς ο Θούριος του Ρήγα, που ανακλά τη γενικότερη επαναστατική και απελευθερωτική του δράση και ιδεολογία. Ετσι άνοιξε καθαρά και ξάστερα ο δρόμος για τη σύμμειξη εθνικού και πατριωτικού λόγου, που ευνόησε την αναζήτηση και την καθιέρωση εθνικού ποιητή. Η καλή τύχη το έφερε ώστε να συμπέσουν στην αφετηρία αυτού του δρόμου δύο, ασύμπτωτοι άλλως πως, μείζονες ποιητές μας: ο Σολωμός και ο Κάλβος. Οι οποίοι καθόρισαν, καθένας με τον τρόπο του, τους όρους και τα όρια της πατριωτικής ποίησης στο εσωτερικό του εθνικού ποιητικού λόγου. Στην κρίσιμη αυτή καμπή διασταυρώθηκαν δύο παραπληρωματικές (συγκλίνουσες και συνάμα αποκλίνουσες) τροχιές γλώσσας, ρυθμού, ύφους, ακόμη και ήθους του ποιητικού μας λόγου.

Επιμένοντας στο πατριωτικό μερίδιο των δύο ποιητών, οφείλει κανείς να διακρίνει σημαντικές διαφορές και ομοιότητες και στο κεφάλαιο αυτό μεταξύ Σολωμού και Κάλβου. Ζητούμενο που φαίνεται να έχει ακόμη περιθώριο συμπληρωματικής συζήτησης.

Δεν υπάρχουν σχόλια: